Κυριακή, 25 Σεπτεμβρίου 2011

ΠΡΟΚΟΠΙΟΥ: ΑΠΟΚΡΥΦΗ ΙΣΤΟΡΙΑ




   Σήμερα, για δυο παντελώς ανεξάρτητους λόγους και σε δυο εντελώς ασύνδετες κουβέντες  - σε μια  με την ανιψιά μου το μεσημεράκι και σε μια ... μόνη μου νωρίτερα, λίγο μετά το χάραμα - θυμήθηκα το βιβλίο του Προκόπιου, που χρόνια τώρα το φυλώ στο ράφι πάνω απ' το κρεβάτι μου, ανάμεσα σε άλλα βιβλία θησαυρούς, από αυτά που ανάβουν το φως στη σκέψη κι αποκαλύπτουν νησίδες στη νόηση.
Το φυσικό επακόλουθο της διπλής αναφοράς ήταν να βρεθώ με το βιβλίο στο χέρι και, διαβάζοντας την πρώτη σελίδα, στην οποία τυχαία άνοιξε καθώς το ζύγιζα ακόμη στην παλάμη μου,  διαπίστωσα  αυτό που θα διαπιστώσετε, μάλλον, κι εσείς, αν διαβάσετε τα σύντομα αποσπάσματα:

ζ'. Ο δήμος εξάλλου ήταν από παλιά χωρισμένος σε δύο φατρίες, όπως έχω αναφέρει στο προηγούμενο μέρος της ιστορίας μου. Ο Ιουστινιανός, αφού προσεταιρίστηκε τη μία τους Βένετους, τους οποίους και προηγουμένως υποστήριζε με πάθος, τα κατάφερε να σκορπίσει παντού τη σύγχυση και την ταραχή, με αποτέλεσμα να οδηγήσει το ρωμαϊκό κράτος στον έσχατο εξευτελισμό. Αλλά ούτε καν οι Βένετοι δεν δέχτηκαν όλοι να συμμορφωθούν με τη θέληση του ανθρώπου αυτού, παρά μόνον εκείνοι που είχαν ανατρεπτικές διαθέσεις. Ωστόσο, ακόμα κι αυτοί, όταν πια προχώρησε το κακό, αποδείχτηκαν οι πιο συνετοί άνθρωποι του κόσμου. Τα κακά που έκαναν ήταν μικρότερα από την εξουσία που τους είχε δοθεί. Ούτε όμως και η  στασιαστική μερίδα των Πρασίνων έμεινε ήσυχη, αλλά εγκληματούσαν κι αυτοί συνεχώς όσο τους επέτρεπε η μικρή τους δύναμη, κι ας τους τιμωρούσαν συστηματικά έναν έναν. Αυτό μάλλον τους έκανε να αποθρασύνονται όλο και περισσότερο, γιατί το άδικο οδηγεί συνήθως τον άνθρωπο σε απόγνωση. Τότε λοιπόν, ενώ αυτός συνέχιζε να ρίχνει λάδι στη φωτιά και να ερεθίζει απροκάλυπτα τους Βένετους, ολόκληρη η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία συνταράχτηκε απ' άκρη σ' άκρη σαν να την είχε πλήξει σεισμός ή κατακλυσμός και σαν να είχαν πέσει όλες οι πόλεις της στα χέρια των εχθρών. Σ' όλα τα μέρη κλονίστηκαν τα πάντα και τίποτα πια δεν έμεινε όρθιο και η σύγχυση οδήγησε σε πλήρη ανατροπή του νόμου και της τάξης. [...].
Έτσι λοιπόν εξελίσσονταν τα πράγματα με τους Βένετους. Όσο για τους αντιπάλους τους, άλλοι απ' αυτούς προσχώρησαν στη δική τους παράταξη από την επιθυμία να εγκληματούν μαζί τους εντελώς ατιμώρητα κι άλλοι ζούσαν κρυμμένοι σε κάποιες ξένες χώρες όπου είχαν καταφύγει· πολλούς όμως ακόμα κι εκεί τους έπιαναν και είτε τους σκότωναν οι αντίπαλοί τους είτε τους καταδίκαζαν σε θάνατο οι αρχές. Συνέρρεαν όμως στην οργάνωση κι άλλοι πολλοί νεαροί που ποτέ πριν δεν είχαν δείξει ενδιαφέρον για τέτοιου είδους πράγματα· τους παρέσυρε όμως εκεί η ασυδοσία της δύναμης και της αυθάδειας, γιατί δεν υπάρχει στον κόσμο έργο απ' αυτά που οι άνθρωποι ονομάζουν μιάσματα που δεν διαπράχθηκε εκείνη την εποχή κι έμεινε ατιμώρητο.[...]
Στην αρχή σκότωναν τους στασιαστές της αντίπαλης φατρίας, αλλά προχώρησαν κι ως το σημείο να σκοτώνουν κι αυτούς που δεν τους είχαν φταίξει σε τίποτα. [...]. Και μάλιστα αυτά δεν γίνονταν εν κρυπτώ και παραβύστω, αλλά σε κάθε ώρα της ημέρας, σε κάθε μέρος της πόλης, μπροστά στα μάτια των πιο διακεκριμένων προσώπων γίνονταν οι πράξεις αυτές, αν το 'φερνε η περίσταση. Καμιά ανάγκη δεν είχαν να συγκαλύπτουν τα εγκλήματα, μιας που καμιά τιμωρία δεν είχαν να φοβηθούν.[...]
Παρ' όλ' αυτά, καμιά έρευνα δεν γινόταν για τα εγκλήματα που είχαν γίνει. Τα χτυπήματα έπεφταν απροσδόκητα σε όλους και κανένας δεν βρισκόταν να υπερασπιστεί τα θύματα. [...]
Τέτοια λοιπόν ήταν τα θρασύτατα έργα που είχαν τότε διαπράξει στο Βυζάντιο οι στασιαστές. Κι όμως αυτά στεναχωρούσαν λιγότερο τα θύματά τους από το άδικο, που έκαμε ο Ιουστινιανός στη Πολιτεία, επειδή το μεγαλύτερο μέρος της πικρίας που προξενεί η διατάραξη της τάξης σ' αυτούς που παθαίνουν απ' τους κακούργους τα πιο αβάσταχτα κακά, το αφαιρεί πάντα η προσδοκία ότι οι κακούργοι θα τιμωρηθούν από τους νόμους και τις αρχές. Με την ελπίδα ότι το μέλλον θα είναι καλύτερο, πιο εύκολα και πιο ανώδυνα υπομένει ο άνθρωπος τα κακά του παρόντος· όταν όμως ασκούν βία εναντίον του οι αρχές του κράτους, η οδύνη του για τις συμφορές του είναι, φυσικά, μεγαλύτερη και οδεύει σταθερά προς την απόγνωση επειδή δεν προσδοκά την τιμωρία των ενόχων. [...]

Τέτοια πράγματα καταμαρτυρά ο Προκόπιος στα "Ανέκδοτα" του, που  ένα αντίτυπό τους φυλώ στο ράφι πάνω από το κρεβάτι μου, ένα από τα 2000 της Α' ανατύπωσης, του 1989, από τις εκδόσεις ΑΓΡΑ. Σήμερα το θυμήθηκα δις, μια μιλώντας με την ανιψιά μου για το Βυζάντιο  και μια μιλώντας για το δύσκολο δρόμο που 'χουμε μπροστά μας, σε μια κουβέντα που 'κανα με τον εαυτό μου, πριν ανοίξω καλά καλά τα μάτια μου. Σ' εκείνη την περίεργη φάση μεταξύ ύπνου κι εγρήγορσης, εκεί που άλλοτε πλάθονταν τα όποια  (x....)φωτεινά  μου όνειρα κι ένα κλειστό, εσωτερικό, χαμόγελο διαγράφονταν στα χείλη μου, προδίδοντας τις χαρούμενες και αισιόδοξες σκέψεις μου, εκεί ο νους μου τώρα, κοιμισμένος ακόμη, αναζητά όχι ελπίδα απόδοσης δικαιοσύνης ή ελπίδα βελτίωσης των συνθηκών διαβίωσης του μέλλοντος, αλλά αποδείξεις πως έτσι, τρισάθλια,  πορεύονταν από πάντα η ανθρωπότητα, βυθισμένη σε σφάλματα και ατιμωρισίες,  όπως και ο Προκόπιος συχνά πυκνά  τονίζει γράφοντας:

"Το σφάλμα, όταν του παρέχεται ασυδοσία, έχει το ιδίωμα να πολλαπλασιάζεται έπ' άπειρον, αφού μάλιστα, ακόμα κι όταν τιμωρούνται τα εγκλήματα, έχουν την τάση να μη σταματούν εντελώς. Είναι μέσα στη φύση των περισσότερων ανθρώπων η ροπή προς την αμαρτία."

==============================================================


Παρασκευή, 16 Σεπτεμβρίου 2011

ΔΕΝ ΕΙΜΑΣΤΕ ΟΙ ΤΡΑΓΙΚΟΤΕΡΟΙ..

"Με σήκωσαν ξημερώματα σχεδόν για να πάω με τον πατέρα μου στο σταθμό. Θα έδιναν εκείνη τη μέρα από διακόσιες δραχμές στον κάθε υπάλληλο - τα πρώτα λεφτά μετά την απελευθέρωση. Εγώ έπρεπε να πάρω τα λεφτά και να τρέξω στο σπίτι, όπου εδώ κι ένα μήνα, μετά το φευγιό των γερμανών, μας έδερνε μια αναπάντεχη στέρηση που πολύ μας είχε κόψει τα φτερά. Απ' το βράδυ έγιναν σχέδια επί σχεδίων γι' αυτά  τα χρήματα. Το συμπέρασμα ήταν πως δε θα 'πρεπε να τα ξοδέψουμε όλα σε τρόφιμα. Χρειαζόμασταν και κανένα ρούχο. Τόσα χρόνια τα πάντα είχαν λιώσει, δεν είχαμε πια ούτε πετσέτες να σκουπιστούμε. Βάλαμε επίσης και μιαν άλλη, πιο γενική, αρχή: στο εξής όχι δανεικά και βερεσέδια. Τα προπολεμικά καμώματα δεν έπρεπε να επαναληφτούν. Θα περνούσαμε μ' αυτά που θα παίρναμε.
Έξω απ' το ταμείο υπήρχε κιόλας μεγάλη ουρά από μουντζούρηδες. Ήταν φανερό πως όλοι είχαν κάνει την ίδια σκέψη: τα λεφτά μπορεί να μην έφταναν για όλους. Τι εμπιστοσύνη μπορούσε να έχει κανείς σε κείνες τις υπηρεσίες; Κι άλλοι πολλοί είχαν τ' αγόρια τους μαζί τους. Η επίσημη δικαιολογία για την παρουσία των παιδιών ήταν πως αυτά θα πήγαιναν πιο γρήγορα τα λεφτά στο σπίτι·   στην πραγματικότητα όμως τα παιδιά είχαν σταλεί σαν πράκτορες απ' τις μανάδες, που φοβόντουσαν, όχι αδίκως, μήπως οι προκομμένοι τους παίξουν τα λεφτά ή τα πιουν.  Άλλωστε, δυο τρεις πόρνες σουλάτσερναν κιόλας απέξω. Είχαν μυριστεί κι αυτές το νέο χρήμα. [...]"

Είναι η αρχή του διηγήματος "Το πεντακοσάρι", του Γιώργου Ιωάννου.  Το διήγημα, αγαπημένο μου ανάγνωσμα, περιλαμβάνεται στη  συλλογή "η σαρκοφάγος", που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ. 
Το κείμενο αυτό αποτελεί για  μένα ένα μικρό θησαυρό για δυο βασικούς λόγους·  την αναγνωστική απόλαυση που, εν γένει, προσφέρει ο Ιωάννου  και,  από την άλλη,  την  απόδειξη  πως δεν είμαστε δα εμείς, οι της σήμερον, οι τραγικότεροι των ανθρώπων. Τον συγκεκριμένο ισχυρισμό επικαλέστηκα τις πρώτες μέρες της λειτουργίας του σχολείου, όταν έπρεπε να μπω στην τάξη και να αντιμετωπίσω τις έντονες διαμαρτυρίες των μαθητών. Οι δυσκολίες λειτουργίας, λόγω πολλών και "ανεξιχνίαστων" σφαλμάτων, πολλαπλασιασμένες  από τον μεγεθυντικό και ενίοτε παραμορφωτικό φακό των ΜΜΕ, μετέτρεψαν αρκετούς μαθητές σε οργισμένους  βαλκάνιους. Μερικοί από αυτούς δεν δίστασαν, κατά τον Αγιασμό της Δευτέρας, αμέσως μόλις ο παπάς τελείωσε τον ψαλμό του,  να επιτεθούν λεκτικά στους παρατεταγμένους καθηγητές, που μαζί με τους μαθητές περίμεναν ασκεπείς, εκτεθειμένοι στον δυνατό ήλιο, να ακούσουν  τον καθιερωμένο λόγο από τον επίσημο εκπρόσωπο της τοπικής αρχής και, τέλος, το καλωσόρισμα από τον -καινούριο-  Διευθυντή του σχολείου. "Πώς θα κάνουμε μάθημα χωρίς βιβλία;", φώναξαν καναδυο. Θα μου σπάραζαν την καρδιά, πράγματι,  αν δεν γνώριζα πως οι συγκεκριμένοι μαθητές,  κάτω από κανονικές συνθήκες, καμιά σχέση και επαφή με τα βιβλία δεν έχουν. Έλα όμως που οι συνθήκες τώρα δεν είναι κανονικές και, όπως σχεδόν όλοι γνωρίζουμε, άλλοι από πείρα και άλλοι  θεωρητικά, όταν οι συνθήκες είναι ακανόνιστες, τότε η ούτως ή άλλως δύσκολη δυνατότητα πρόβλεψης και διευθέτησης προβλημάτων δυσκολεύει ακόμη περισσότερο. Σε τέτοιες περιπτώσεις ο καθείς και τα όπλα του, ανάλογα με τη θέση, την ισχύ, τη γνώση, την ικανότητα, την πρόθεση, την πίστη, τον σκοπό και τον στόχο του. Ποιος είναι ο στόχος και ο σκοπός του δασκάλου που, ελέω θεού, βρίσκεται  ενώπιον των ορθώς αγανακτισμένων, αλλά και επιμελώς παραπλανημένων μαθητών;  Προσπαθώντας να βρω απάντηση που  πρωτίστως θα  ικανοποιούσε εμένα   και εν συνεχεία  θα έπειθε τους μαθητές μου, προτίμησα να επικαλεστώ την τραγικότητα του είδους μας, με αναφορές στην ιστορία της ανθρωπότητας.   Ή μη τι άλλο η επίγνωση της συγκεκριμένης, πλην αναφομοίωτης από πολλούς γνώσης, μετριάζει  την αυτολύπηση, το ύπουλο συναίσθημα  που συχνά κατακλύζει τις εφηβικές - και όχι μόνο - ψυχές, αφήνοντας περιθώρια σε άλογες συμπεριφορές, όπως ξεσπάσματα οργής κατά παντώς ... ανευθύνου, γιατί σίγουρα, εν προκειμένω, την ευθύνη για τις ελλείψεις και τις ολιγωρίες δεν φέρουν οι διδάσκοντες . Η αντιπαράθεση δε, που ούτως ή άλλως υποθάλπεται, αποδυναμώνει τις ήδη αποδυναμωμένες μάζες μαθητών, γονέων και εκπαιδευτικών και οξύνει τα προβλήματα.  Με τέτοιες σκέψεις μπήκα την πρώτη μέρα στην τάξη και, όπως ήταν αναμενόμενο, αντιμετωπίστηκα από κάποιους, ελάχιστους ευτυχώς, καινούριους μαθητές ως εκπρόσωπος του κατεστημένου που η οργισμένη εφηβεία τους καλεί να χτυπήσουν. Δεν μου πήρε περισσότερο από ένα δεκάλεπτο να μεταπείσω τους επικριτές του συστήματος - άρα κι  εμού αυτοπροσώπως, αφού στα μάτια τους το εκπροσωπώ - πως δεν είμαστε εμείς οι τραγικότεροι των ανθρώπων.  Το υπόλοιπο της πρώτης ώρας στη συγκεκριμένη τάξη κύλησε με ένα μαθητικό κοινό που παρακολουθούσε, με ανοιχτό κυριολεκτικά στόμα, πώς τα Μαθηματικά καλλιεργούν την κριτική σκέψη, τη γλώσσα, την ικανότητα κωδικοποίησης και αποκωδικοποίησης  των συμβόλων και των ... συμβόλων. Όταν έχουμε να ασχοληθούμε με τόσο ουσιαστικά πράγματα όπως είναι η κατάκτηση της γνώσης της κατάκτησης της γνώσης, τότε οι ανούσιες αντιπαραθέσεις μεταξύ δασκάλων και μαθητών τελικά, όπως αποδεικνύεται στην πράξη, περιττεύουν. 

Ο Γιώργος Ιωάννου είναι ένας από τους συγγραφείς που καταγράφει την τραγωδία του ανθρώπινου είδους με χιούμορ και αμεσότητα.[1] Στο δίηγημα "Το πεντακοσάρι", την αρχή του οποίου έγραψα στην αρχή της ανάρτησης,  περιγάφει πώς, εν τέλει, οι προκομμένοι, βρήκαν τον τρόπο τους και να τα πιουν και στην κυρά τους να γυρίσουν  με καμπόσα τρόφιμα.. Δεν εφάρμοσαν και την πλέον νομότυπη μέθοδο, αλλά, μέσα στην τραγικότητα της εποχής τους,  κατάφεραν μ' αυτό το ανέλπιστο επίδομα να ικανοποιήσουν τόσο τις προσωπικές όσο και τις οικογενειακές τους ανάγκες. Εν πάση περιπτώσει, διαβάζοντας τέτοια πεζογραφήματα αντλεί κανείς δύναμη και αισιοδοξία και βρίσκει αποτελεσματικούς τρόπους να αντιμετωπίζει τις ανομοιογενείς και ποικιλόμορφες ομάδες μαθητών. Ας μη χάνουμε το θάρρος μας. Άλλωστε, όπως μου έγραψε και  ο φίλος μου ο Δημήτρης, "Θαρσείν χρη". [2]

--------------------------------------------------------------------------------------------------
[1] Λογοτεχνικού τύπου προσέγγιση για τα πεζογραφήματα του Γιώργου Ιωάννου, υπό τον τίτλον "η σαρκοφάγος", μπορείτε να διαβάσετε, αν πατήσετε εδώ
 [2] "Θαρσείν χρη, ταχ' αύριον έσετ' άμεινον", δηλαδή "χρειάζεται θάρρος, ίσως το αύριο είναι καλύτερο", μια φράση που είπε ο ραδιούργος Οδυσσέας,  σίγουρα απαιτεί προσεκτική ανάγνωση και σωστή αποκωδικοποίηση .. :) όπως και όλες οι φράσεις που με τον χρόνο, λόγω παραφθοράς -ή όπως εδώ λόγω αποκοπής του "τάχαμ δήθεν -,  μετατρέπουν την εικασία σε βεβαιότητα.