Σάββατο, 26 Δεκεμβρίου 2009

Ο ΚΑΛΒΙΝΟ ΚΑΙ Η ΚΑΛΒΙΝΑ

Προπαραμονή Χριστουγέννων, πριν φύγουμε για το βουνό, έπρεπε να πεταχτώ στο βιβλιοπωλείο, για τα τελευταία δώρα. Ένα βιβλίο για τον σύντεκνο, ένα άλλο για τη Μάρτζυ και κανά δυο για τα παιδιά. "Για μένα κανένα, εντάξει;" "Εντάξει!" Συμφώνησα, με βαριά καρδιά, με τον εαυτό μου, επειδή δεν είχα άλλα περιθώρια. Διαβάζω το "αν μια νύχτα του χειμώνα ένας ταξιδιώτης..." του Ίταλο Καλβίνο, το οποίο με έχει καταγοητεύσει κι αποφάσισα να μην επιχειρήσω καμιά παράλληλη και καμιά παρενθετική ανάγνωση. Εκτός αυτού υπάρχει και μια  στοίβα με... τα κουνέλια του Σρέντινγκερ, 10 μεγάλες εξισώσεις που άλλαξαν τον κόσμο, μια σύντομη ιστορία του παραδόξου κι άλλα διάφορα που με περιμένουν από καιρό... 
Παρόλες τις δεσμεύσεις  που επέβαλα στον εαυτό μου ένα σιελ-ραφ βιβλιαράκι, που με νάζι έστεκε στο ράφι αριστερά από το ταμείο, τράβηξε το βλέμμα μου: "η μικρή ΚΑΛΒΙΝΑ", Κάρλο Φραμπέτι.  Εκδόσεις opera, όπως και όλα τα βιβλία του Φραμπέτι που κυκλοφορούν στα ελληνικά. Εντάξει, καταλαβαίνεις πως αθέτησα την υπόσχεσή μου. Το αγόρασα, επειδή ο Φραμπέτι είναι από τους αγαπημένους μου κι επειδή το σιελ-ραφ είναι το χρώμα που μου αρέσει περισσότερο μετά το πορτοκαλί και το γκρι κομ σουρί!
Το πήρα μαζί μου στο βουνό και άρχισα να το διαβάζω... Και;  Και δε μου άρεσε...Μέχρι τώρα ο Φραμπέτι μου άρεσε πάντα...Όμως καθώς άρχισα να διαβάζω τη μικρή Καλβίνα, ένιωθα πως τα μάτια του Ίταλο Καλβίνο έτρεχαν παράλληλα με τα δικά μου, πάνω στα μαύρα σύμβολα που ταξινομημένα σε ομάδες αποτελούν τις λέξεις, που αποτελούν τις προτάσεις, που αποτελούν τις παραγράφους, που αποτελούν τα κεφάλαια, που αποτελούν το βιβλίο που διαβάζω στα γρήγορα, για να γυρίσω πίσω στον ταξιδιώτη, που  τον πρόδωσα γιατί τον άφησα πριν τον τελειώσω, πολύ δε περισσότερο επειδή, όσο προχωρούσε η ανάγνωση,  είχα την εντύπωση πως ο Φραμπέτι αντέγραψε την κεντρική ιδέα του Καλβίνο. Είχα αρχίσει να απογοητεύομαι. Ο Φραμπέτι αντιγράφει τον Καλβίνο;! Ήμουν σχεδόν βέβαιη γι' αυτό, ώσπου η Εμελίνα, η οποία ξεναγούσε τον Λουκρήτιο στο τρελοκομείο βιβλιοθήκη,  είπε: 
"Έχουμε έναν φιλοξενούμενο που ταυτίζεται με τον Ίταλο Καλβίνο, τον διάσημο συγγραφέα. Αυτή τη στιγμή είναι πάνω σ' ένα δέντρο, σαν τον Αναρριχώμενο Βαρόνο, και κουβεντιάζει με τον Ταρζάν."

Εννοείται πως, μετά από αυτό, κατάλαβα ότι ο Φραμπέτι δεν αντέγραφε τον Καλβίνο! Ο Φραμπέτι εξυμνούσε τον Καλβίνο, τον διάσημο συγγραφέα, που έχει τόσο αφηγηματικό υλικό και τέτοιες  αφηγηματικές δομές, ώστε να τροφοδοτεί τη φαντασία  γενεών επί γενεών νέων συγγραφέων ή και επίδοξων συγγραφέων. Ενθουσιάστηκα. Πριν ξυπνήσουν οι υπόλοιποι κι αναγκαστώ να αφήσω τα βιβλία μου, για να περάσω τη μέρα με την παρέα, αποφάσισα να τελειώσω τη μικρή Καλβίνα. Ευτυχώς που ξυπνάνε αργά! 
Ένα δεκάχρονο παιδί, ακαθόριστου φύλου,  άλλοτε ως αγόρι κι άλλοτε ως κορίτσι πρωταγωνιστεί στο βιβλίο του Φραμπέτι και μαζί με τον Λουκρήτιο πηγαίνει στο τρελοκομείο βιβλιοθήκη, όπου  βρίσκεται το φαρμακείο βιβλιοπωλείο. Αντιγράφω ένα απόσπασμα από το ομώνυμο κεφάλαιο, όπου η Εμελίνα, συνεχίζοντας την ξενάγηση του Λουκρήτιου, λέει:

"Είναι ένα φαρμακείο βιβλιοπωλείο. Κοίτα..."
Η ηλικιωμένη πήρε ένα βιβλίο από ένα ράφι, το έδωσε στον χλωμό άντρα και του είπε:
"Δέκα σελίδες το πρωί, άλλες δέκα το μεσημέρι και είκοσι πριν κοιμηθείς."
Ο άντρας έγνεψε με το κεφάλι για νιοστή φορά κι έφυγε με το βιβλίο κάτω από τη μασχάλη.
"Το βλέπεις;" είπε η Εμελίνα στον Λουκρήτιο. Εδώ γράφουμε συνταγές για βιβλία σαν να ήταν φάρμακα."
"Και είναι πράγματι" παρενέβη η ηλικιωμένη βιβλιοπώλις, "αφού θεραπεύουν το πνεύμα."
"Μα αν οι τρελοί που μένουν εδώ νομίζουν πως είναι λογοτεχνικοί χαρακτήρες, δεν είναι λίγο αναποτελεσματικό να παροτρύνονται να διαβάσουν;" διαφώνησε ο Λουκρήτιος.
"Το ακριβώς αντίθετο" απάντησε η βιβλιοπώλις. "Οι ασθενείς που φτάνουν σε αυτό το ίδρυμα συνήθως αντιμετωπίζουν πολύ σοβαρά προβλήματα, αλλά από τη στιγμή που θα ταυτιστούν με κάποιους λογοτεχνικούς χαρακτήρες, παρουσιάζουν μεγάλη βελτίωση."
"Εγώ νόμιζα πως είχαν τρελαθεί από το τόσο διάβασμα, όπως ο Δον Κιχώτης" είπε ο Λουκρήτιος.
"Πραγματικά, πιστεύεις πως ο Δον Κιχώτης τρελάθηκε εξαιτίας των βιβλίων;" τον ρώτησε η βιβλιοπώλις χαμογελώντας. "Δεν νομίζεις ότι μάλλον τρελάθηκε επειδή δεν άντεχε να ζει σ' έναν κόσμο τόσο μικροπρεπή και σκληρό; Εγώ θα έλεγα πως, εν πάση περιπτώσει, η ανάγνωση τον έσωσε απο το να καταλήξει ένας πικραμένος γέρος... Ποιος είναι πιο τρελός; Αυτός που δέχεται να ζήσει σ' έναν άδικο κόσμο ή αυτός που παλεύει για να τον αλλάξει - ακόμη κι αν μάχεται εναντίον ανεμόμυλων;"
"Μα τα βιβλία μας απομακρύνουν από την πραγματικότητα" είπε ο Λουκρήτιος.
"Μας βοηθούν να αποστασιοποιηθούμε" διόρθωσε η βιβλιοπώλις. "Διαβάζοντας, κατά κάποιον τρόπο, κάνουμε όλοι το ίδιο με τους ασθενείς μας: ταυτιζόμαστε με κάποιον χαρακτήρα και ξαναζούμε τις περιπέτειές του. Κι έτσι, για λίγο, απομακρυνόμαστε από την καθημερινότητά μας, όπως είπες κι εσύ. Αλλά, αν ένα βιβλίο είναι καλό, δηλαδή αν ενεργοποιεί τη φαντασία μας, αν μας κάνει να σκεφτόμαστε και μας θέτει νέα ερωτήματα, μετά επιστρέφουμε στην πραγματικότητα λίγο περισσότερο δυνατοί και λίγο περισσότερο σοφοί."

Δίκαιο έχει! Συμφωνώ με τη βιβλιοπώλισσα. Θεωρώ ότι ένα καλό βιβλίο είναι σαν  καθρέφτης. Ένα άριστο βιβλίο είναι σαν ένα σύστημα από καθρέφτες. Πολλαπλασιάζει τα είδωλα, πολλαπλασιάζει εμάς, τις ζωές μας, τις σκέψεις μας. Διαβάζοντας ένα τέτοιο Βιβλίο είναι σα να ζεις πολλές ζωές που ξεκινούν  από μια απλή υπόθεση, όπως, για παράδειγμα: "αν μια νύχτα του χειμώνα ένας ταξιδιώτης...". 
Μια υπόθεση που τη φέρνεις στη σκέψη σου ξανά και ξανά και την αφήνεις να σε απορροφήσει πλήρως, να μπείς μέσα της, να γίνεις ένα με τις λέξεις που την περιγράφουν, να ταυτιστείς με την κάθε εικόνα, με την κάθε εκδοχή, να περάσεις από όλους τους χαρακτήρες που υπάρχουν στο βιβλίο, αλλά κι από όλους αυτούς χαρακτήρες που υπάρχουν μέσα σε σένα και δεν τους έχεις ακόμη γνωρίσει είτε γιατί δεν έτυχε να τους συναντήσεις είτε επειδή τους αποφεύγεις. 
Και από άλλου τύπου χαρακτήρες  μπορείς να περάσεις, που δεν υπάρχουν ούτε στο βιβλίο ούτε μέσα σου, όπως, για παράδειγμα, ο προϊστάμενος, που παρουσιάζει τις ιδέες σου για δικές του και τις μίζερες δικές του τις αφήνει σε σένα, φίλε μου Δ.Χ.! 
Αλλά τι σημασία έχουν κάτι τέτοιες μικρότητες, όταν εσύ έχεις τη δυνατότητα να διαβάσεις παρακάτω;! Όταν μπορεία να "δεις" τον εαυτό σου αλλού, καθώς γυρίζεις τη σελίδα με λαχτάρα να μάθεις τη συνέχεια; Και σε κάθε σελίδα νιώθεις  πως κάνεις μια καινούρια αρχή. Επειδή σε κάθε σελίδα αρχίζει μια καινούρια ιστορία... 
Αυτό είναι δικό σου προνόμιο. Είσαι ο προνομιούχος αναγνώστης ενός άριστου βιβλίου κι αφήνεσαι με όλες σου τις αισθήσεις σ' αυτήν την ανάγνωση. Μόνο έτσι  απολαμβάνεις την ατμόσφαιρά του.

Η ατμόσφαιρα αυτού του βιβλίου είναι χιλιάδες άλλα βιβλία μαζί. Όσο για τους ήρωές του...μα είσαι εσύ, αναγνώστη κι εσύ, αναγνώστρια που ζείτε την ερωτική περιπέτεια της ανάγνωσης και τη μυθιστορηματική περιπέτεια του έρωτά σας.
(από το οπισθόφυλλο του "αν μια νύχτα του χειμώνα ένας ταξιδιώτης...", από τις εκδόσεις ΑΣΤΑΡΤΗ)

Εύχομαι σε όλους ΧΡΟΝΙΑ ΚΑΛΑ κι ΑΝΘΕΚΤΙΚΑ,  με πολλές λευκές σελίΔες,
για να τις συμπληρώνει ο καθένας  με το ρόλο και τον χαρακτήρα που του ταιριάζει :)

Κυριακή, 20 Δεκεμβρίου 2009

ΔΑΜΑΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΥΔΡΑ

Αν δεν ήμουν αυτή που είμαι, θα ήθελα να γινόμουν, έστω και για λίγο, ο Νικολάι Στεπάνοβιτς για να έχω πει εγώ αυτά που είπε εκείνος, όταν περιέγραψε τι γίνεται στο μάθημά του:
"...με το που θα ρίξω μια ματιά στο ακροατήριο και θα προφέρω το τετριμμένο "Στο προηγούμενο μάθημα είχαμε σταματήσει στο...", οι φράσεις, η μια μετά την άλλη, σ' ατελείωτη αλληλουχία, θα αρχίσουν να πετάνε μέσα από την ψυχή μου - κι ελάτε πιάστε μας! Μιλάω με ασύλληπτη ταχύτητα, με πάθος και σαν να μην υπάρχει δύναμη ικανή να αναχαιτίσει τη ροή του λόγου μου. [...]
Ο καλός μαέστρος, προσπαθώντας να μεταδώσει την ιδέα του συνθέτη, κάνει την ίδια στιγμή είκοσι τόσες δουλειές: διαβάζει την παρτιτούρα, κουνάει την μπαγκέτα, έχει το νου του στον τραγουδιστή, κάνει μια κίνηση προς τα εκεί που είναι το τύμπανο, ύστερα στο κόρνο κ.λπ. Κάπου εκατόν πενήντα άτομα έχω μπροστά μου και κανένας δε μοιάζει με τον άλλο, κάπου τριακόσια μάτια με κοιτάνε κατάματα. Στόχος μου: θα τη νικήσω την πολυκέφαλη ύδρα. Αν, ανά πάσα στιγμή, όσο κάνω το μάθημά μου, έχω σαφή αντίληψη ως ποιο βαθμό με προσέχει και με καταλαβαίνει, ε τότε την κρατάω στο χέρι. Ο άλλος μου αντίπαλος είναι μέσα σ' εμένα τον ίδιο. Είναι αυτή η ατέλειωτη ποικιλία από μορφές, φαινόμενα και νόμους κι αυτό το πλήθος οι σκέψεις που σου υπαγορεύουν, σκέψεις δικές σου και ξένες. Ανά πάσα στιγμή πρέπει να έχω την επιδεξιότητα να συλλάβω, μέσα απ' αυτό το πελώριο υλικό, το πιο σπουδαίο και χρήσιμο και με την ίδια ταχύτητα, πάνω στη ρύμη του λόγου, να δώσω στη σκέψη μου μορφή τέτοια που να είναι προσιτή στη νοημοσύνη της ύδρας και να μπορέσει να κεντρίσει την προσοχή της' μάλιστα οφείλω να παρακολουθήσω άγρυπνα, ώστε οι σκέψεις να μεταδίδονται όχι όπως συσσωρεύονται μέσα σ' εμένα, αλλά με μια ορισμένη ακολουθία, απαραίτητη για να σχηματιστεί η εικόνα που επιδιώκω να ζωγραφίσω. [...]. Ταυτοχρόνως, πρέπει να κάνω και τον επιστήμονα και τον παιδαγωγό και το ρήτορα, μα, αλίμονο αν ο ρήτορας νικήσει μέσα σας τον παιδαγωγό και τον επιστήμονα ή αντιθέτως. [...]
Κανένα άθλημα, κανενός είδους διασκέδαση δε μου έδωσαν τόση απόλαυση, όπως οι διαλέξεις μου στα μαθήματα. Μόνο στη διάλεξη μπορούσα να δοθώ όλος στο πάθος μου, καταλαβαίνοντας πως η έμπνευση δεν είναι επινόηση των ποιητών, υπάρχει στην πραγματικότητα. Και νομίζω πως ο Ηρακλής μετά τον πλέον πικάντικο από τους άθλους του δεν αισθανόταν μια τόσο ηδονική εξάντληση, όσο εγώ έπειτα από κάθε μάθημά μου."

Παρόλο που ο Νικολάι Στεπάνοβιτς διδάσκει σε φοιτητές Ιατρικής, ο τρόπος που περιγράφει το μάθημά του, πολύ δε περισσότερο τα συναισθήματα που τον κατακλύζουν τόσο κατά τη διάρκεια του μαθήματος όσο και με τη λήξη του, ταυτίζονται απόλυτα με τα δικά μου, εφόσον βέβαια, η διάθεση των μαθητών είναι τέτοια που μου επιτρέπει να ασχολούμαι αποκλειστικά και μόνο με τη διδασκαλία!!!
Αλλά ακόμη και αυτές τις λίγες φορές που οι συνθήκες στην τάξη είναι τέτοιες ώστε μπορείς απερίσπαστος να είσαι: συνθέτης, ζωγράφος, ρήτορας, παιδαγωγός, επιστήμονας, έως και γητευτής που μαγεύει την ύδρα, νομίζω, πως η πληρότητα - κατά Στεπάνοβιτς "ηδονική εξάντληση", αν έτσι το προτιμάτε - είναι τέτοια που σφυρηλατεί τις αντοχές σου για τις άλλες φορές, τότε που κάτι τα πιάνει θαρρείς όλα μαζί κι αρχίζουν κάτι διενέξεις που δεν έχουν ίχνος λογικής. "Με ποιο δικαίωμα παίρνετε τηλέφωνο στο σπίτι μας, όταν απουσιάζουμε;", "είναι δυνατόν να μη μπορούμε να λείψουμε, χωρίς να ενημερώσετε τους γονείς μας;" και κάτι τέτοια, τα οποία την πρώτη φορά που τα αντιμετώπισα, ομολογώ πως δεν ήθελα να πιστέψω ότι πρέπει να απαντήσω στα αυτονόητα:
"Αυτό υπαγορεύουν οι κανόνες λειτουργίας του σχολείου, παιδιά", αλλά για τα παιδιά, στο Λύκειο, δε νομίζω πως υπάρχουν αυτονόητα, ούτε κανόνες λειτουργίας που εφαρμόζονται απαρέγκλιτα, χωρίς να πρέπει με διάφορα κόλπα και ξελογιάσματα να τους επιβάλλεις, γιατί αν επιχειρήσεις την ευθεία επιβολή κατηγορείσαι είτε για καταπίεση είτε για έλλειψη κατανόησης είτε για άλλα διάφορα. Και δυστυχώς όχι μόνο από τα παιδιά.
Κάτω από τέτοιες συνθήκες, λοιπόν, κάθε άλλο παρά μαέστρος και ζωγράφος νιώθεις. Νομίζω, δε, πως κάποιες φορές συγγενεύεις περισσότερο με θηριοδαμαστή και τότε, αλίμονο, αν δεν προσέξεις και σωριαστείς...Τότε νικάει η Ύδρα...Κι εσύ καθώς βγαίνεις από την τάξη, φτάνεις στο σημείο να  αναρωτιέσαι αν ο επόμενος άθλος που θα αναλάβεις έχει να κάνει με τους σταύλους του Αυγεία!
Ύστερα, γενικεύοντας το πρόβλημα, σκέφτεσαι πως στην κατά κανόνα παραβατική κοινωνία στην οποία ζούμε πώς να ζητάμε από τους μαθητές να τηρούν τους νόμους και τους κανονισμούς του σχολείου και φτάνεις στο σημείο να επικαλείσαι αυθεντίες, όπως ο e-φίλος Ntinos σε σχόλιο της προηγούμενης ανάρτησης, όπου γράφει:
Ο Jean-Jacques Rousseau περιγράφει στο Κοινωνικό του Συμβόλαιο ποιο πολίτευμα ταιριάζει σε κάθε κοινωνία, ανάλογα με τις συσχετίσεις και τις δομές που επικρατούν σε αυτήν. Η εκπαίδευση, όντας μια πολιτική πράξη, υπακούει θαρρώ και η ίδια σε αντίστοιχα κοινωνικά συμβόλαια. Οι κοινωνικές συσχετίσεις και δομές τη διαμορφώνουν. Με άλλα λόγια μια κοινωνία έχει την εκπαίδευση που της πρέπει, γιατί αυτή διαμορφώνει τους ανθρώπους που χρειάζεται. Αυτή η διαπίστωση με θλίβει...

Κι εμένα με θλίβει, φίλε μου, γι' αυτό ζητώ ξανά παρηγοριά στα λόγια του Νικολάι Στεπάνοβιτς, ο οποίος λέει:
"Είμαι πια γέρος, τριάντα χρόνια υπηρεσία, δε βλέπω όμως ούτε μαρασμό ούτε απουσία ιδανικών και δε νομίζω ότι σήμερα είναι χειρότερα από πριν. [...]
Αν με ρωτούσαν τι μ' αρέσει στους σημερινούς μου μαθητές, θα απαντούσα όχι αμέσως και δίχως πολλά λόγια, αλλά με αρκετή σαφήνεια. Ξέρω τα ελαττώματα τους και δεν έχω ανάγκη να προσφύγω σε δυσνόητες άδειες φράσεις. Δε μου αρέσει που καπνίζουν, πίνουν οινοπνευματώδη, αργούν να παντρευτούν κι είναι ανέμελοι και συχνά αδιάφοροι σε τέτοιο βαθμό, ώστε δεν τους νοιάζει να βλέπουν στο ίδιο τους το περιβάλλον συναδέλφους τους που πεινάνε. [...]
Ελαττώματα σαν αυτά, όσο πολλά και να' ναι, μόνο το μικρόψυχο και δειλό άνθρωπο μπορούν να ρίξουν στην απογοήτευση ή να του φέρουν μια διάθεση χλευασμού. Έχουν τυχαίο και παροδικό χαρακτήρα και είναι πολύ εξαρτημένα από τις συνθήκες ζωής. Σε καμιά δεκαριά χρόνια παύουν να υπάρχουν ή παραχωρούν τη θέση τους σε άλλα, καινούρια ελαττώματα, που δεν μπορείς να αποφύγεις, και με τη σειρά τους πάλι θα φοβίζουν τους μικρόψυχους ανθρώπους. Τα φοιτητικά αμαρτήματα συχνά μ' ερεθίζουν, αλλά ο εκνευρισμός αυτός δεν είναι τίποτε μπροστά στη χαρά που αισθάνομαι τριάντα χρόνια τώρα, όταν μιλάω με τους μαθητές μου, τους κάνω μάθημα, παρατηρώ τις σχέσεις τους και τους συγκρίνω με ανθρώπους όχι του δικού τους κύκλου...."

Κι άλλα πολλά σοφά και σημαντικά λέει ο Νικολάι Στεπάνοβιτς, τα οποία γίνονται ακόμη σημαντικότερα αν σκεφτεί κανείς ότι τα λέει το 1889, δια...χειρός ΄Αντον Τσέχοφ, αφού είναι ο ήρωας-αφηγητής του βιβλίου που φέρει τον τίτλο "Ανιαρή Ιστορία", την υπογραφή του Τσέχοφ και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, από το 2005 ήδη, σε μετάφραση και εισαγωγή του Μ. Αλεξανδρόπουλου. Το αγόρασα, συμπτωματικά, χθες και χαίρομαι πολύ που έπεσε τυχαία στα χέρια μου, ειδικά τούτες τις μέρες που γίνονται όλες αυτές οι συζητήσεις για την παιδεία. Ο Στεπάνοβιτς, ένας από τους χιλιάδες χαρακτήρες που κουβαλούσε ο Τσέχοφ στο κεφάλι του, εμφανίστηκε σε μένα μόλις χθες για να περιγράψει με άνεση και οξυδέρκεια καθημερινές καταστάσεις που αντιμετωπίζω  εντός κι εκτός τάξης και με κάνει να αναρωτιέμαι αν είναι σύγχρονός μου, αν ζει κάτω από τις ίδιες κοινωνικές συνθήκες με μένα, αν είχε διαβάσει ποτέ το Κοινωνικό Συμβόλαιο του Jean-Jacques Rousseau κι άλλα τέτοια διάφορα :) :)
Όπως και να έχει, τελικά, ο Τσέχοφ αποδεικνύει πως τα αναλλοίωτα στις κοινωνίες είναι αυτά που δίνουν την ώθηση που χρειαζόμαστε για να συνεχίζουμε. Κι αναμφιβόλως ένα από τα αναλλοίωτα για τον δάσκαλο, μια σταθερή αξία, είναι αυτή η ηδονική εξάντληση που τον καταβάλλει όταν καταφέρνει, ωσαν μαέστρος ή ζωγράφος ή γητευτής  να...δαμάσει την ύδρα :) 

------------------------------------------------------------------------------------------------------
Θα ήταν ευχής έργο, αν φοιτώντας σε καθηγητικές σχολές, κυρίως θετικών επιστημών, είχαμε στο πρόγραμμα σπουδών, έστω ως προτάσεις, τέτοιου είδους αναγνώσματα όπως το "ΑΝΙΑΡΗ ΙΣΤΟΡΙΑ" του  Aντον Τσέχοφ.

Σάββατο, 19 Δεκεμβρίου 2009

ΠΕΡΙ ΜΑΘΗΤΩΝ ΚΑΙ ΜΑΘΗΤΕΙΑΣ...

Μια ομάδα τεσσάρων μαθητών, ξεκινάει γύρω στις 11.00 πμ από το σχολείο για να επισκεφθεί  έναν ραδιoφωνικό σταθμό, όπου έχει κληθεί να λάβει μέρος σε μια εκπομπή και να μιλήσει για μια δραστηριότητα που πραγματοποιείται στα πλαίσια του σχολείου, βασισμένη στην ιδέα της κας φιλολόγου, υπεύθυνης της σχολικής βιβλιοθήκης.  Τέσσερις νεανικές φωνές πίσω από τα μικρόφωνα, περιγράφουν τον τρόπο με τον οποίον κατασκευάζουν τις χειροτεχνίες τους, το λόγο για τον οποίον ξεκίνησαν μια τέτοια δραστηριότητα, καθώς και την τροπή που πήραν τα πράγματα, όταν τα ΜΜΕ άρχισαν να ασχολούνται με το θέμα.
Ακούω με συγκίνηση τα παιδιά, αναγνωρίζω τις φωνές τους -είναι όλοι τους μαθητές μου-  και παρακολουθώ με ιδιαίτερη προσήλωση την εκπομπή, ώσπου ο δημοσιογράφος με τον οποίον συνομιλούν αποφασίζει -ορθώς- πως πρέπει να τους ρωτήσει για τα μελλοντικά τους σχέδια και τις προσδοκίες τους. Τι άλλο να ρωτήσει κανείς σε ένα παιδί που είναι στη Γ' Λυκείου;
Δεν υπάρχει άλλη  ερώτηση που  επιβάλλεται περισσότερο από αυτήν, ειδικά δε  αν κάποιος θέλει να δείξει σε έναν νέο το αμέριστο ενδιαφέρον του. "Τι σκέφτεσαι για το μέλλον σου, παιδί μου;"
Πριν από αυτήν την ερώτηση όμως, και για να υπάρξει και η απαραίτητη κλιμάκωση, ο δημοσιογράφος τους ρωτά πού βρίσκουν χρόνο να ασχοληθούν με τη συγκεκριμένη δραστηριότητα και πώς τα προλαβαίνουν, αφού λέει  "ως γνωστόν  οι μαθητές είναι οι πιο σκληρά εργαζόμενοι και μάλιστα αυτοί που δεν αμείβονται!"
 Ο λαϊκισμός της φράσης και το όλο κλίμα που διαμόρφωσε ο δημοσιογράφος, με έκαναν να χάσω την προσήλωσή μου στο ραδιόφωνο. Ίσα που πρόλαβα να ακούσω την ΔΚ να απαντά: "η αμοιβή μας θα είναι αυτό που θα πετύχουμε στο μέλλον!"  Ευτυχώς που  το παιδί μιλάει ώριμα! Αν δεν γνώριζα τη συγκεκριμένη μαθήτρια, αν δεν ήμουν καθημερινά μαζί τους, αν δεν βίωνα την κατάσταση του σχολείου, μπορεί και να εφησυχαζόμουν με την απάντηση που έδωσε η ΔΚ και  κυριολεκτικά τάπωσε τον έναν από τους πολλούς που έχουν αυτήν την άποψη για το σχολείο και για τη μαθητική ζωή.
Κρίνουν άραγε από την εποχή τους; Από τότε που ήταν οι ίδιοι μαθητές; Κρίνουν από τη δική τους, ίσως,  δυσκολία να ανταποκριθούν στα μαθητικά τους καθήκοντα; Ή μήπως απερίσκεπτα κι ελαφρά τη καρδία, αποβλέπουν να κερδίσουν την εύνοια των μαθητών και κατ' επέκταση της κοινής γνώμης, σκύβοντας με προσποιητό, θα έλεγα, ενδιαφέρον πάνω από το πρόβλημα του μαθητικού πληθυσμού;
Υπάρχει κάποια διαφορά ανάμεσα στους πολιτικούς που διατείνονται "πρώτα ο μαθητής", αφήνοντας αυτό να εννοηθεί και να ερμηνευτεί κατά βούληση, και στους δημοσιογράφους που χρησιμοποιούν φράσεις κλισέ του στυλ
"εσείς οι μαθητές είσαστε οι πιο σκληρά εργαζόμενοι που, επιπλέον, δεν αμείβεστε";!
(συγγνώμη, αυτό ακριβώς δε λένε και για τις  μητέρες που δηλώνουν οικιακά;)

Έχουν αναρωτηθεί όλοι αυτοί που χρησιμοποιούν με ιδιοτέλεια τέτοιες κοινοτοπίες πώς αυτές επιδρούν  στα νεανικά αυτιά; Πώς  διαμορφώνονται σε ισχυρά άλλοθι για την υπέρβαση κάθε ορίου  και πώς λειτουργούν ως "λιπαντικό μέσο" για την ωλίσθηση σε παραβατικές συμπεριφορές;
Μπορεί ένας εργαζόμενος- και μάλιστα σκληρά - να απουσιάζει από την "πρώτη ώρα" της εργασίας του, επειδή θέλει να κοιμηθεί κι όχι να πάει να χτυπήσει την κάρτα του; Μπορεί ένας εργαζόμενος να μένει με τα χέρια σταυρωμένα πάνω στον πάγκο εργασίας, εν προκειμένω πάνω στο θρανίο, και, παρόλη την απραξία του, να παραμένει στη δουλειά του και  να μη χάνει τη θέση του;
(μη μου πείτε "ναι, αν είναι στο Δημόσιο" :) )
Θα ήθελα να γίνει μια έρευνα στα σχολεία της χώρας για τις  (μονόωρες)  απουσίες που σημειώνονται κάθε μέρα την πρώτη ώρα. 
Για τις απουσίες αυτές ενημερώνονται οι  γονείς οι οποίοι λένε διάφορα, όπως:
"τι να κάνω, αφού δεν ξυπνάει με τίποτε!" ή - κι αυτό είναι ακόμη χειρότερο - "από το σπίτι φεύγει κανονικά στην ώρα του!" Αυτό, φίλοι μου, είναι δείγμα αποτυχίας!
Ως γονείς αποτύχαμε, αν δε μπορούμε να σύρουμε το πιτσιρίκι μας έξω από το κρεβάτι του...
Και μην ακούσω πάλι να ρίχνετε όλοι σας συλλήβδην το σφάλμα στους καθηγητές που είναι "άσχετοι κι αδιάβαστοι και αδιάφοροι ή "κάρρα με πατάτες" που έγραφε ένας σε ένα blog, ( το δεύτερο "ρ" στο "κάρα" δηλώνει μεγέθυνση ;!), γιατί αυτή ακριβώς η αποποίηση κάθε ευθύνης και η εξ ολοκλήρου επίρριψη του σφάλματος σε μια μερίδα εμπλεκομένων - εν προκειμένω των εκπαιδευτικών - στο θέμα που λέγεται Παιδεία, διογκώνει το πρόβλημα. Τα παιδιά μας δεν είναι ανόητα, αντιθέτως είναι πανέξυπνα και επιχειρηματολογούν αντλώντας από μας τις πληροφορίες.
Παρεμπιπτόντως να αναφέρω πως μαθήτρια Δημοτικού λέει συχνά στη μητέρα της: "σιγά να μη διαβάσω εγώ Ιστορία. Βιβλίο είναι αυτό; Αφού αυτοί στο παιδαγωγικό ινστιτούτο δεν ξέρουν τι τους γίνεται, θα κάτσω εγώ να διαβάζω;"
Η μητέρα μου το μετέφερε γελώντας και πιθανόν καμαρώνοντας, εγώ όμως - από την πλευρά του εκπαιδευτικού - ένιωσα να ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι μου!
Το κάθε παιδί, φερέφωνο ανόητων και ιδιοτελών δημοσιογράφων, αποφασίζει για το ποια γνώση του είναι απαραίτητη φοιτώντας στο Δημοτικό! Αυτό το ίδιο το παιδί πηγαίνοντας στο Λύκειο θα θεωρεί πως δεν υπάρχει καθηγητής αντάξιος του! Πως του πέφτουν όλοι λίγοι και κατά συνέπεια δεν έχει λόγο να τους ακούει, πόσο μάλλον να παρακολουθεί το μάθημά τους...Θα έχει, δηλαδή,  διαμορφώσει τα κριτήρια του, όχι από βίωμα, από εμπειρία ή από καθαρό λόγο(!), αλλά από όσα άκουσε αποσπασματικά δεξιά κι αριστερά και τα ερμήνευσε όπως θεώρησε ότι είναι συμφέρον του να τα ερμηνεύσει. Κι έτσι θα πορευτεί και στο Πανεπιστήμιο, γλυκιά μου Αναστασία! Κι όσο μεγαλώνει το παιδί τόσο θα μεγαλώνει και η απέχθεια του στο πρόσωπο όποιου εκπροσωπεί αυτό που λέμε σχολείο, παιδεία,  τυπική διαδικασία μάθησης... Κι όλο αυτό είναι σε βάρος του, επειδή δυστυχώς δεν υπάρχει κάποιος μαγικός μοχλός, να τον στρίβουμε, να τον πιέζουμε να τον μετακινούμε τέλος πάντων με έναν τρόπο, ώστε να σηματοδοτείται το τέλος της παιδικής ηλικίας. Και λέγοντας "παιδική ηλικία" εννοώ αυτό που αποδίδουν οι μαθητές μας και τα παιδιά μας στην έννοια. Όπως το εισπράττω εγώ, λοιπόν, στην καθημερινή μου συναναστροφή μαζί τους:
"παιδική ηλικία νοείται μια ασπίδα προστασίας κάτω από την οποίαν επιτρέπεται οποιαδήποτε αλόγιστη συμπεριφορά παραίτησης από κάθε προσπάθεια και κάθε υποχρέωση και επι πλέον, εκτός από ασπίδα προστασίας δηλαδή, είναι κι ένα περίεργο φίλτρο μέσω του οποίου διυλίζονται τα πάντα, όπως θεσμοί, νόμοι, κανόνες, υποχρεώσεις, κ.λπ. και κρίνονται, τουλάχιστον, ανόητα και ευλόγως καταλυτέα."
Είναι ένας...ορισμός που μου προέκυψε τώρα αυθόρμητα και μάλλον θα πρέπει να τον επεξεργαστώ περισσότερο, αλλά ήρθε η ώρα να πάω την καθιερωμένη σαββατιάτικη βόλτα στα βιβλιοπωλεία... :)

---------------------------------------------------------------------------------------------------------

Νομίζω, γενικά,  πως πρέπει επιτέλους να σοβαρευτούμε.  Όλοι μας.
Υπάρχει, άραγε, κανείς που ενδιαφέρεται πραγματικά για τα παιδιά;
( "Πραγματικά" λέμε, γιατί  αυτό που κάνουμε, οι πολλοί, για να εφησυχάζουμε τη συνείδησή μας δεν είναι κατ' ανάγκην το "πραγματικά" κι ακόμη χειρότερο από αυτό είναι το να επιδιώκουμε να κάνουμε τα παιδιά σαν κι εμάς...)
Αν ναι, τότε θα πρέπει να μοχθήσει, μα να μοχθήσει λέμε, πολύ για να πείσει τα βλαστάρια του πως η απόκτηση γνώσης στα χρόνια που φοιτούμε στο σχολείο δεν είναι εργασία που χρήζει υλικής ανταμοιβής. Είναι υποχρέωση προς τον εαυτό μας και μάλιστα όχι μόνο όσο είμαστε μαθητές, αλλά δια βίου. Κι όταν λέω "γνώση", δεν περιορίζομαι στα σχολικά εγχειρίδια, που είναι ένα απλό μέσo για μια πρώτη επαφή με θεμελιώδεις επιστημονικές,  ιστορικές, κοινωνικές γνώσεις, εννοώ τη θεμελιωμένη γνώση για την ύπαρξη, τη φύση, την κατάσταση του πράγματος και, εν πολλοίς,  όλα εκείνα που σταδιακά οδηγούν   στη συνειδητότητα και στην αυτογνωσία.

Γνωρίζει κανείς  δρόμο, πέρα από τη μαθητεία, που  οδηγεί στη γνώση;
Αν ναι, οφείλει να μας τον πει, αν όχι, τότε σίγουρα υποχρεούται να μην παραπλανεί τα παιδιά μας με καιροσκοπικούς,  ή ό,τι άλλο,  ψευδοσυναισθηματισμούς.

Δευτέρα, 14 Δεκεμβρίου 2009

PUZZLE

 Τα βιβλία τα διαβάζω συνήθως δύο δύο! Όχι  ταυτόχρονα :) Περίπου ταυτόχρονα. Και ποτέ του ίδιου είδους. Κάτι τέτοιο, μάλλον, θα με μπέρδευε. Αν το ένα είναι, παραδείγματος χάριν, μυθιστόρημα τότε το άλλο θα πρέπει να είναι δοκίμιο. Συνήθως αυτός είναι για μένα ο καλύτερος  συνδυασμός.  Κάπως έτσι διάβαζα και το Σάββατο τα δυο βιβλία μου. Το "Μόμπιους Ντικ", για το οποίο έγραψα και στην προηγούμενη ανάρτηση, και ένα  που αγόρασα  το βράδυ της  Παρασκευής: "ΑΝΤΟΝ ΤΣΕΧΟΦ Η τέχνη της γραφής Συμβουλές σε ένα νέο συγγραφέα", σε μετάφραση του Βασίλη Ντινόπουλου, από τις εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ, Αθήνα, Ιούνιος 2007. Είναι μια ανθολόγηση του Πιέρο Μπρουνέλλο, ο οποίος από διάφορες επιστολές που έστειλε ο Τσέχοφ  σταχυολόγησε, με έναν ιδιαίτερο τρόπο, αυτές που είχαν ως παραλήπτες συγγραφείς. Κι εξ ου το "Συμβουλές σε ένα νέο συγγραφέα", [που μου θύμισε  το "Γράμματα σε ένα νέο ποιητή", του Ρ. Μ. Ρίλκε...Ναι, τώρα θυμήθηκα πως ήθελα να κάνω μια σχετική ανάρτηση, για μια βαθύτατα συναισθηματική επιστολή του Ρίλκε... Τέλος πάντων, ξέφυγα]. Διάβαζα, λοιπόν: 

[...]"Όχι" είπε ο Ρίνγκερ. "Σπούδαζε λογοτεχνία κι ήταν φανατική θαυμάστρια του Τόμας Μαν. Ωστόσο, όταν προσπάθησα να διαβάσω τα βιβλία του, τα βρήκα τρομακτικά βαρετά. Αυτό είναι το κακό με τη λογοτεχνία: είναι άκρως υποκειμενική. Μοιάζει με ερωτική περιπέτεια. Η Χέλεν ήταν ερωτευμένη με τον Μαν. Στα χρόνια που πέρασαν, ωστόσο, συνάντησα ένα σωρό ανθρώπους- σημαντικούς κριτικούς, που ξέρουν απ' αυτά-, οι οποίοι παραδέχονταν πως υπήρξε λίγο υπερεκτιμημένος. Εγώ, πάλι, δεν ξέρω' το μόνο που μπορώ να πω, είναι πως χαίρομαι που δεν είμαι κριτικός λογοτεχνίας. Θα μπορούσα ν' αφιερώσω τη ζωή μου ασχολούμενος μ' έναν συγγραφέα εντελώς ανάξιο προσοχής-κάτι ανάλογο με κάποιον που χαραμίζει τη ζωή του σ' έναν αταίριαστο γάμο."
"Με τη φυσική δεν είναι έτσι;"
"Όχι" είπε ο Ρίνγκερ, "με τη φυσική δεν είναι έτσι. Αφαιρούμε την υποκειμενικότητα-τη συγκίνηση, αν προτιμάτε να την πούμε έτσι-, κι αυτό που μας μένει, είναι αλήθεια ή ψέματα."
"Και δεν υπάρχουν περιθώρια για συμπτώσεις", πρόσθεσε η Λόρα. "Συγγνώμη που το λέω, αλλά νομίζω πως εσείς οι φυσικοί χάνετε ένα μέρος της εικόνας." Έριξε μια ματιά στο βιβλίο που ο Ρίνγκερ κρατούσε ακόμα στα χέρια του. "Να ρίξω μια ματιά;" Της το έδωσε." Για να δούμε αν κατάλαβα καλά" είπε. "Αυτό το βιβλίο, υποτίθεται ότι περιλαμβάνει οτιδήποτε θα μπορούσε να συμβεί." Το άνοιξε. "Και τώρα διάλεξα μια εκδοχή που έγινε πραγματικότητα."
"Μου φαίνεται πως έχετε κλίση για την κβαντική θεωρία" της είπε ο Ρίνγκερ. Κοίταζε την ανοιχτή σελίδα που η Λόρα είχε διαλέξει και τη διάβαζε σιωπηλά...  "

Είπα να τους αφήσω για λίγο να τα πουν οι δυο τους, για να κάνω ένα διάλειμμα, να φάω ένα φρούτο, να ξεμουδιάσω. Κι όσο τραγάνιζα το μήλο μου  άνοιξα τυχαία, [ μάλλον για να μιμηθώ τη Λόρα :):)], το βιβλίο με τις επιστολές του Τσέχοφ.Σελίδα 80. Τίτλος: "Η αποθήκη του συγγραφέα".
Τέλειο ακούγεται...Πώς να μοιάζει μια τέτοια αποθήκη; Τι να περιέχει;
Διαβάζω, στα πεταχτά για να μάθω: 
"...[...]. δεν άρχισα ακόμα πραγματικά τη λογοτεχνική μου δραστηριότητα. Στο κεφάλι μου παιδεύονται τα θέματα για πέντε νουβέλες και δυο μυθιστορήματα. Το ένα μυθιστόρημα το συνέλαβα από καιρό, έτσι που μερικά απο τα πρόσωπα έχουν ήδη γεράσει πριν προλάβουν να πάρουν σάρκα. Μέσα στο κεφάλι μου έχω ολόκληρη στρατιά από ανθρώπους που παρακαλούν να βγουν έξω και να πάρουν διαταγές. Όλα όσα έγραψα μέχρι τώρα είναι ανοησίες σε σύγκριση μ' εκείνα που θα ήθελα να γράψω και θα έγραφα με ενθουσιασμό. [...] . Είναι λυπηρό που τα ασήμαντα προχωρούν και τα καλά είναι αποθηκευμένα σε σωρό, σαν απούλητα. Σε όλα αυτά, βέβαια, υπάρχει μεγάλη υπερβολή, είναι πολλά που αποτελούν μόνο προϊόν της φαντασίας μου, αλλά ένα μερτικό αλήθειας υπάρχει, και μεγάλο μάλιστα. Τι ονομάζω καλά πράγματα; Τις εικόνες εκείνες που μου φαίνονται οι πιο καλές, τις οποίες αγαπώ και φιλάω ζηλότυπα, ώστε να μην τις σπαταλήσω και τις χαραμίσω σε επείγουσες υποχρεώσεις. Αν η αγάπη μου είναι λάθος, τότε έχω άδικο, αλλά βλέπετε, μπορεί και να μην είναι!
Ή είμαι βλάκας και ξιπασμένος ή είμαι πραγματικά από τη φύση μου ικανός να είμαι καλός συγγραφέας. Ό,τι γράφεται τώρα δε μ' αρέσει και μου φέρνει πλήξη, αλλά ό,τι έχω στο μυαλό μου μ' ενδιαφέρει, με συγκινεί και με αναστατώνει. Από αυτό βγάζω το συμπέρασμα ότι όλοι κάνουν αυτό το οποίο δε χρειάζεται, και μόνο εγώ ξέρω το μυστικό για να το κάνω. Το πιο πιθανό είναι ότι όλοι αυτοί που γράφουν νομίζουν το ίδιο. Εξάλλου, ακόμη και ο σατανάς θα έσπαγε το κεφάλι του με τέτοιες ερωτήσεις.                                                  
 Προς Α. Σ. Σουβόριν

Μόσχα, 27 Οκτωβρίου 1888"

Νομίζω πως αυτό είναι σύμπτωση! Όχι, επειδή η συγγραφική αποθήκη του Τσέχοφ ήταν αυτή που ήταν τελικά, πράγμα που  ίσως και να ήταν προβλέψιμο. Η σύμπτωση έγγειται στο ότι σταμάτησα την ανάγνωση του Μόμπιους Ντικ σε ένα  σημείο,  στο οποίο ο Ρίνγκερ μιλούσε με τη Λόρα για  Λογοτεχνία.  Αν ήμουν δυο σελίδες πριν ή λίγες σελίδες μετά, θα βρισκόμουν είτε στο υπόγειο εργαστήριο, όπου διεξάγονταν τα πειράματα "διάταξης κενού", είτε στο Νοσοκομείο όπου νοσηλευόταν ο Χάρι Ντικ με απώλεια μνήμης λόγω ΠΔΜ, (Παρεκτρέπουσας Διαταραχής Μνήμης, που κατά πάσα πιθανότητα οφειλόταν στις παρενέργειες του μη εκφυλισμού των κυματοσυναρτήσεων λόγω των πειραμάτων). Σταμάτησα όμως ακριβώς εκεί που ο Ρίνγκερ χαρακτήριζε τη Λογοτεχνία βαρετή λόγω υποκειμενικότητας κι ο Τσέχοφ ήρθε με την επιστολή του για να επιβεβαιώσει πως όλος ο κόσμος των βιβλίων του ζει κατά στρατιές στο κεφάλι του και μάλιστα κάποιοι είναι καταδικασμένοι να ζήσουν όλοι τους τη ζωή εκεί μέσα  και να πεθάνουν, μαζί με το κεφάλι που τους κουβαλάει, πριν προλάβουν να ζήσουν λίγες μέρες ευτυχίας (ή  δυστυχίας) στα κεφάλαια ενός αληθινά γραμμένου βιβλίου! Διάβασα πάλι όσα έλεγε ο Ρίνγκερ κι ύστερα πάλι την επιστολή του Τσέχοφ και πάλι, και ξανά, ώσπου μου φάνηκε  σα να συζητούσαν μεταξύ τους...

Τ: Στο κεφάλι μου παιδεύονται τα θέματα για πέντε νουβέλες και δυο μυθιστορήματα.
Ρ: Αυτό είναι το κακό με τη λογοτεχνία: είναι άκρως υποκειμενική.

Τ: Το ένα μυθιστόρημα το συνέλαβα από καιρό, έτσι που μερικά απο τα πρόσωπα έχουν ήδη γεράσει  πριν προλάβουν να πάρουν σάρκα.
Ρ: Μοιάζει με ερωτική περιπέτεια.
Τ: Σε όλα αυτά, βέβαια, υπάρχει μεγάλη υπερβολή, είναι πολλά που αποτελούν μόνο προϊόν της φαντασίας μου, αλλά ένα μερτικό αλήθειας υπάρχει, και μεγάλο μάλιστα.
Ρ: Αφαιρούμε την υποκειμενικότητα-τη συγκίνηση, αν προτιμάτε να την πούμε έτσι-, κι αυτό που μας μένει, είναι αλήθεια ή ψέματα...

Τ: Ό,τι γράφεται τώρα δε μ' αρέσει και μου φέρνει πλήξη, αλλά ό,τι έχω στο μυαλό μου μ' ενδιαφέρει, με συγκινεί και με αναστατώνει...
Ρ: Εγώ, πάλι, δεν ξέρω' το μόνο που μπορώ να πω, είναι πως χαίρομαι που δεν είμαι κριτικός λογοτεχνίας!

Άρχισα να αναρωτιέμαι ποιος υπήρξε και ποιος όχι. Ο ένας μόνο από τους δύο έζησε με τη συμβατική έννοια, ο Τσέχοφ. Ο άλλος, ο Ρίνγκερ, έζησε μέσα στο κεφάλι ενός άλλου, του Andrew Crumey.  Ή μήπως και οι δυο αυτοί ζουν μόνο μέσα στο δικό μου κεφάλι; 
 Όχι! Πιστεύω πως ο Τσέχοφ έζησε, με σάρκα και οστά, κουβαλώντας στην κρανιακή του κοιλότητα μιαν ολόκληρη στρατιά ανθρώπων, που καμιά σχέση δεν θα μπορούσαν να έχουν με τον Ρίνγκερ, έναν καθηγητή θεωρητικής φυσικής, αλλά πάλι που ξέρεις;
 Απείχα μόλις μιαν ανάσα από εκείνο το σημείο που η συνειδητότητα χάνει τα όρια της κι αρχίζει  να  αναρωτιέται κατά πόσο αυτό που αντιλαμβάνεται είναι  πραγματικότητα κι όχι όνειρο  ή - ακόμη χειρότερα - αν είναι οι δαιδαλώδεις  σκέψεις κάποιου τρίτου, που αν, αυτός ο τρίτος,  είναι κανένας ευφάνταστος συγγραφέας σαν τον Τσέχοφ, τότε διατρέχει, επιπλέον,  τον κίνδυνο να μείνει για πάντα στη σκοτεινή αφάνεια μιας σκέψης ανείπωτης... 
Σε μια τέτοια κατάσταση είχα περιπέσει με τις παράλληλες αναγνώσεις, ώσπου ακούστηκε ο πολυφωνικός ήχος το Q-phone μου! Το κουδούνισμα  με επανέφερε στην πραγματικότητα, βγάζοντάς με από τους αδιέξοδους, πλην διασκεδαστικούς,  συλλογισμούς μου.
Ήμουν έτοιμη να απαντήσω, όταν θυμήθηκα πως δεν έχω Q-phone...Ποτέ δεν είχα!
Τελευταία φορά που είδα μια τέτοια συσκευή ήταν στα χέρια του  Τζον Ρίνγκερ, όταν τον συνάντησα σε ' κείνη τη μεσημεριανή διάλεξη για τη σύγχρονη  λογοτεχνία με θέμα τα Φαύλα Κυκλοειδή...:):):)
 
Καταπληκτικό το Μόμπιους Ντικ, ειδικά  όταν συνοδεύεται με Τσέχοφ  ;-)

Παρασκευή, 11 Δεκεμβρίου 2009

ΜΟΜΠΙΟΥΣ ΝΤΙΚ

  "Ο Τζον Ρίνγκερ εργαζόταν στο γραφείο του, στο πανεπιστήμιο, όταν έφτασε το μήνυμα. Άκουσε ένα μπιπ, έβγαλε το Q-phone κινητό από την τσέπη του και διάβασε τη μυστηριώδη φράση: ΠΑΡΕ ΜΕ: Χ- τίποτε άλλο' καμία ένδειξη για το ποιος ήταν ο Χ ή για το πως θα επικοινωνούσε μαζί του. Πάτησε το πλήκτρο "ΑΠΑΝΤΗΣΗ": "Απόκρυψη αριθμού κλήσης". Το μυαλό του πήγε αμέσως στη Χέλεν.
   Θυμήθηκε κάτι που είχε διαβάσει στο εγχειρίδιο χρήσης σχετικά με "αναζήτηση εισερχομένων κλήσεων". Ωστόσο,  αφού ακόμα και η αλλαγή του ηχητικού σήματος σ' αυτό το κινητό νέας γενεάς ήταν πέρα από τις δεξιότητές του, δεν είχε την παραμικρή ελπίδα να ενεργοποιήσει την "αναζήτηση εισερχομένων κλήσεων". Σφίγγοντας αδέξια την επίπεδη συσκευή στα χέρια του και πιέζοντας με κόπο τα μικροσκοπικά πλήκτρα που ήταν σχεδιασμένα για δάχτυλα εφήβων, κατάφερε να περιηγηθεί σε διάφορα μενού-με τον τυχαίο και εμπειρικό τρόπο που υπαγορεύει η μοντέρνα τεχνολογία-, κι αφού πέρασε διάφορα διαφημιστικά μηνύματα κι ένα κανάλι τελεμάρκετινγκ κατέληξε στην ατζέντα του πανεπιστημίου: Μεσημεριανή διάλεξη (Σύγχρονη λογοτεχνία): Φαύλα Κυκλοειδή.
  Αυτός, όμως, ήθελε να μάθει για τον ή την Χ, όχι για το πρόγραμμα διαλέξεων του Φιλολογικού Τμήματος. Προσπάθησε να προχωρήσει τα μενού προς τα πίσω, κι ένιωσε λύπη που αυτός, ένας σαραντάρης καθηγητής της θεωρητικής φυσικής, δεν ανήκε στη "νέα γενιά" που όχι μόνο κινούνταν με άνεση μέσα σ' όλους τους ηλεκτρονικούς λαβύρινθους, αλλά και, ταυτόχρονα, μασούσε τσίχλα, συζητούσε και παρακολουθούσε το μάθημα. Σκέφτηκε λογικά πως αυτός που τον είχε ζητήσει, δε θα μπορούσε να είναι η Χέλεν. Είχε πάρα πολλά χρόνια να δει ή ν' ακούσει την παλιά του ερωμένη. Ίσως, όμως, το μήνυμα να σήμαινε: "Τηλεφώνησέ μου σχετικά με την Χ". Κάποια σημαντικά νέα. Ίσως μια ευκαιρία να ξανασυναντηθούν.
  Το πιο πιθανό είναι να πρόκειται για κάποιο άσχετο κείμενο ή για κάποιον λάθος αριθμό' ένα απειροελάχιστο, ασήμαντο μέρος της ύπαρξης κάποιου άλλου ανθρώπου που είχε τυχαία διασταυρωθεί με τη δική του, αναγκάζοντάς τον να βγάλει άκρη. Είμαστε ένα βιολογικό είδος που αναζητεί τα πρότυπα. Η εξέλιξη μας έκανε έτσι..."

Λοιπόν, αυτός ο Ρίνγκερ με ενθουσιάζει! Και όταν τον πρωτογνώρισα το 2006 και τώρα που τον ξανασυναντώ. Από την πρώτη κιόλας στιγμή με παρηγορεί και με κάνει να νιώθω βολικά. Αυτός, ένας σχετικά νέος, καθηγητής θεωρητικής φυσικής, που πάει να πει αναμφισβήτητη ιδιοφυία, αδυνατεί να αλλάξει το ηχητικό σήμα στο κινητό του!!! Τουλάχιστον αυτό, εγώ μπορώ να το κάνω, γι' αυτό παρηγοριέμαι...:)  Συχνά όμως νιώθω...οργανικά αναλφάβητη, μπροστά στην τεχνολογία, όπως όταν, π.χ., διαβάζω τις αναλυτικές οδηγίες - σε απλά ελληνικά !- για τη δημιουργία ενός podcast. Πλήρης αμηχανία! Και λύπη...Τότε, πραγματικά, ζηλεύω, όπως και ο Ρίνγκερ, αυτή τη νέα γενιά που κινείται με άνεση σε όλους τους ηλεκτρονικούς λαβύρινθους...και σκέφτομαι πόσο διαφορετικά από μας- που ξημεροβραδιαζόμασταν σε αλάνες- μεγαλώνουν τώρα πια  τα παιδιά, τα οποία πριν πάνε στο νηπιαγωγείο, χειρίζονται με άνεση τον  υπολογιστή του μπαμπά, αν δεν έχουν ήδη τον δικό τους! Πόσο αλλάζουν τα πράγματα από γενιά σε γενιά! Και πόσο ο ρυθμός μεταβολής έχει αυξηθεί την τελευταία εικοσαετία;! Τι κοινό έχει το περιβάλλον της παιδικής μου ηλικίας με αυτό της αντίστοιχης του γιού μου; Απολύτως κανένα. Ενώ οι γονείς μου κι εγώ πήγαμε στο ίδιο Δημοτικό σχολείο, είχαμε τον ίδιο δάσκαλο, τον κο Μενέλαο, παίζαμε περίπου τα ίδια παιχνίδα και έμοιαζε να μην αλλάζει τίποτε στη γειτονιά, σα να μένουν όλα ασάλευτα, ή, κι αν κάτι τελικά άλλαζε, έπαιρνε τόσον καιρό για να συντελεστεί η αλλαγή που σου άφηνε περιθώρια να το...χωνέψεις. Τώρα είναι αλλιώς. Τρέχεις ασταμάτητα- κι όσο αντέχεις - πίσω από τις αλλαγές και μονίμως υπολείπεσαι, ακόμη κι αν το παλεύεις με όλες σου τις δυνάμεις...Ακόμη κι αν είσαι ένας ευφυής καθηγητής θεωρητικής φυσικής, που ακούει στο όνομα Ρίνγκερ! Ακόμη και τότε δεν είναι δυνατόν να αντεπεξέλθεις στις ...παγίδες που σου στήνει η Τεχνολογία στην απλή καθημερινότητά σου  κι είναι στιγμές που αγανακτείς με την τεχνολογική σου ένδεια, ειδικά όταν πρέπει να αποκωδικοποιήσεις ένα περίεργο μήνυμα όπως το
"ΠΑΡΕ ΜΕ: Χ"! Και ενώ οι διαφορές σε όλες τις παιδικές μας εμπειρίες είναι ατέλειωτες, από το σημείο αυτό και μετά, νομίζω, επέρχεται η σύγκλιση των αντιδράσεων μας! Από το σημείο που εμφανίζεται μπροστά μας ένα ασαφές δεδομένο, ένα τυχαίο ερέθισμα όπως το μήνυμα: "ΠΑΡΕ ΜΕ: Χ", σαν κι αυτό που  κάνει τον Ρίνγκερ, να αναζητά μέσα στο σύμπαν των αναμνήσεών του την Χέλεν, την παλιά ερωμένη,  μιαν αγάπη χαμένη,  μια ξεχασμένη αθωότητα και μια νεότητα που δεν ευοδώθηκε... 
Στο σημείο αυτό  συντελείται η σύγκλιση των ικανοτήτων μας, που τόσο αποκλίνουσες είναι σε θέματα της Τεχνολογίας. Βρισκόμαστε, πιστεύω, όλοι μας, πολύ δε περισσότερο όσοι  απομακρυνθήκαμε χρονικά από την πρώτη νεότητα, στην ίδια με τον καθηγητή θέση,  όταν κάτι μυστηριώδες ή συμπτωματικό γίνεται αφορμή να ανατρέξουμε σε παρελθόντες χρόνους μέσα από τα δαιδαλώδη μονοπάτια των συνειρμών, για να δώσουμε μιαν εξήγηση... Μια λογική (μάλλον... λογικοφανή) ερμηνεία. Έχουμε μια καταπληκτική ικανότητα στο να βρίσκουμε διασυνδέσεις και συνάφειες στα πλέον ασυνάρτητα. Αναπτύσσουμε με ιδιαίτερη ευκολία δικές μας συναισθηματικές άλγεβρες με δακτύλιους και σώματα, προκειμένου οι συνειρμοί να οδηγηθούν σε μιαν αγαπημένη μορφή του παρελθόντος ενίοτε δε και του... μέλλοντος!  Και αυτή η έμφυτη ικανότητά μας καλλιεργείται ακόμη περισσότερο και υποδαυλίζεται, όταν διαβάζουμε βιβλία όπως το Μόμπιους Ντικ, του Andrew Crumey, όπου πρωταγωνιστεί ο γοητευτικός Τζον Ρίνγκερ, που...
"... ταξιδεύει σ΄ ένα απομακρυσμένο ερευνητικό κέντρο όπου γίνεται λόγος για ένα νέο είδος τεχνολογίας επικοινωνιών, βασισμένο στους νόμους της κβαντικής φυσικής. Όμως, όσο πλησιάζει την αλήθεια σχετικά με τη χαμένη αγάπη του, ο κόσμος του αρχίζει να αλλάζει. Ανεξήγητες συμπτώσεις, περιπτώσεις τηλεπάθειας και ψευδών αναμνήσεων συνδυάζονται για να δημιουργήσουν με χιούμορ μια μεγάλη σπαζοκεφαλιά. Μήπως τα παράδοξα της κβαντικής μηχανικής κυβερνούν και τη μοίρα του Ρίνγκερ; "*

Μήπως τα παράδοξα και οι απίθανες συμπτώσεις είναι που καθορίζουν τελικά και τη δική μας μοίρα;
Είναι αυτά που διαμορφώνουν την πραγματικότητά μας; Αλλά, από την άλλη, η πραγματικότητα είμαστε εμείς, όχι; Ή μήπως, ως είδος που, λόγω εξέλιξης, αναζητεί τα πρότυπα, έχουμε έμφυτη  την ικανότητα να ερμηνεύουμε τις συμπτώσεις κάπως...
[εδώ το "κάπως" με  την τροπική του χρήση, εκείνη που εκφράζει, μεταξύ άλλων,   μιαν ανεπαίσθητα γλυκιά  και ακαθόριστα νοσταλγική απουσία...
...να,  κάπως έτσι πλανιέται η σκέψη μου, και ξεστρατίζει σε παρελθόντα και σε (ρακο)μελλούμενα :)]
Ο Crumey, όπως και πολλοί άλλοι,  μεταξύ των οποίων κι εγώ, λέει πως οι συμπτώσεις σημαίνουν αυτό που εμείς θέλουμε  να σημαίνουν.
Και υπ' αυτήν την έννοια, θα έλεγα, η υπόθεση πως η πραγματικότητα είμαστε εμείς, ίσως -τελικά-να είναι αληθής.
----------------------------------------------------------------------------------------------------------
*από το οπισθόφυλλο του βιβλίου
Το βιβλίο κυκλοφόρησε το 2006, από τις εκδόσεις Πόλις, σε εκπληκτική, όπως πάντα, μετάφραση του Τεύκρου Μιχαηλίδη και το ξαναδιαβάζω επειδή θα είναι το βιβλίο που θα συζητήσουμε στην επόμενη συνάντηση της Λέσχης Ανάγνωσης. (πατήστε εδώ για περισσότερες πληροφορίες)
Ο Andrew Crumey, καθηγητής θεωρητικής φυσικής ο ίδιος, ο οποίος "θεωρείται ένας από τους βασικούς εισηγητές του μεταμοντερνισμού στη βρετανική λογοτεχνία, έχει επηρεασθεί από τον Μπόρχες και τον Ίταλο Καλβίνο, και σύμφωνα με τον Τζόναθαν Κόου αποτελεί ελπίδα για την ανανέωση του βρετανικού μυθιστορήματος" ... είναι ένας από τους πολύ αγαπημένους μου συγγραφείς και πιστεύω πως θα έπρεπε να γράψω περισσότερα για το βιβλίο, για τον τίτλο, για  τα φαύλα κυκλοειδή, για τον Σρέντιγκερ και  για άλλα πολλά,  αλλά περιορίζομαι σε αυτά, επειδή πάω τρέχοντας στην παρουσίαση του βιβλίου: "Είμαι blogger και είμαι καλά", του Πάνου Χρυσοστόμου. :)
Καλό ΣΚ :)

Κυριακή, 6 Δεκεμβρίου 2009

ΕΚΤΟΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ

Είχα φτάσει σχεδόν στην έξοδο, όταν το μάτι μου έπιασε φευγαλέα δίπλα στο φανταχτερό κίτρινο-πρασινό-μπλε "Μπι όπως Μπίρα" του Τομ Ρόμπινς, ένα περίεργο γκρι εξώφυλλο με μαύρα και μπορντώ γράμματα. ''ΠΙΕΡ ΜΕΡΟ ΕΚΤΟΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ''. Δεν το είχα προσέξει όταν μπήκα αν και, όπως πάντα, στάθηκα αρκετά στον πάγκο με τα ευπώλητα και τις νέες κυκλοφορίες. 
Ο προϋπολογισμός μου για την εβδομαδιαία αγορά βιβλίων είχε εξαντληθεί ήδη,  γι' αυτό  είπα να το αφήσω για την επόμενη επίσκεψη, αφού διαβάσω το οπισθόφυλλο:

"Ονειρεύομαι ένα βιβλίο που δεν θα τελειώνει. Καμιά φορά δεν καταφέρνω να αφήσω ένα κεφάλαιο. Προσθέτω ένα κόμμα. Αλλάζω μια λέξη. Μόνο και μόνο για να μείνω ακόμα μαζί του. Όπως μένουμε για μια στιγμή ακόμα ανάμεσα στους ανθρώπους. Στη ζωή τους. Στη ζεστασιά τους. Όπως όταν φιλάμε ατελείωτα μια γυναίκα στην αποβάθρα του σταθμού. Υπάρχουν κεφάλαια που είναι μικροί φωτεινοί τάφοι, ζωντανοί και τρυφεροί. Αισθανόμαστε καλά εκεί. Θέλουμε να μείνουμε εκεί για πάντα...."

Ποιος είναι ο Μερό; Γύρισα στο αυτί να δω την ταυτότητά του.

"Ο Πιερ Μερό γεννήθηκε το 1959 στο Παρίσι. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες και εργάστηκε στο χώρο της δημοσιογραφίας και των εκδόσεων. Μετά από μια περίοδο ανεργίας διορίστηκε καθηγητής στη μέση εκπαίδευση. Σήμερα διδάσκει στα βόρεια παρισινά προάστια..."

Επέστρεψα γρήγορα στο ταμείο. Έτεινα το βιβλίο στον υπάλληλο, "το ερωτεύτηκα" του είπα, ενώ σκεφτόμουν πως πολύ ευχαρίστως θα ακύρωνα τον προγραμματισμένο σαββατιάτικο καφέ για να γυρίσω σπίτι με τον Μερό μου...Δεν είχα την παραμικρή ιδέα για το τι με περίμενε!
Διακόσιες είκοσι μία σελίδες ποτισμένες στο αλκοόλ, στον τρόμο, στην αγανάκτηση, στον πανικό, στα πρόζακ. Θυμήθηκα το "Πλάτωνας όχι Πρόζακ", του Λου Μαρίνοφ που ήταν για καιρό αδιάβαστο στη βιβλιοθήκη μου, ώσπου το χάρισα σε έναν μαθητή μου που πήγε για σπουδές στο Λονδίνο!
Θα πρέπει βέβαια να πω, πως όταν πρωτοείδα το "Πλάτωνας όχι Πρόζακ", νόμισα πως "ο Πρόζακ" είναι κάποιος φιλόσοφος με θέσεις ...αντιπλατωνικές. Ιδέα δεν είχα και δεν έχω από φάρμακα πολύ δε περισσότερο  από αντικαταθλιπτικά, ίσως  και γι' αυτό το σοκ από την ανάγνωση του βιβλίου του Πιέρ Μερό ήταν αυτό που ήταν. Στην "εξπρεσιονιστική" περιγραφή των παιδικών του χρόνων, των ανεξιχνίαστων ενοχών, των ποικίλων αδυναμιών για την αποδοχή της αγάπης, του ασύληπτου φόβου που γεννάει ο θάνατος,  των εναγώνιων, υπό την επήρειαν πάντοτε της αλκοόλης, αναζητήσεων μιας ισορροπίας,  ανάμεσα στον εσωτερικό και τον...εσωτερικό, ξανά,  κόσμο- ο εξωτερικός είναι άθλιος έτσι κι αλλιώς, αρκεί να του βγάλει κανείς τη μάσκα, πράγμα καθόλου δύσκολο-σε όλην αυτήν την  επιθανάτια διαδρομή,  ο Μερό περνάει  και από το Λύκειο Ουατερλό των βορείων παρισινών προαστίων όπου διδάσκει και μας παρουσιάζει τους συναδέλφους του και την στάση τους απέναντι στην σκληρή πραγματικότητα:

"...Εκεί πέρα στο λύκειο Ουατερλό, ήμασταν όλοι μια μικρή οικογένεια. Εργένηδες, νέοι, ξεριζωμένοι. Επιβιβασμένοι σε ένα λεπτεπίλεπτο ναυάγιο. Καθένας είχε τη δική του καλή δικαιολογία να βρίσκεται εκεί. Μια χρονιά εκείνος βούλιαξε τελείως. Σταμάτησε τη δουλειά. Ένας ψυχίατρος τον έστειλε στη νότια Γαλλία να κάνει κούρα αποτοξίνωσης. Εκεί συνάντησε  ανθρώπους που δεν πατούσαν πια ούτε το πόδι τους στην πραγματικότητα. Πολλοί από αυτούς ήταν γυναίκες εκπαιδευτικοί, καταθλιπτικές και αλκοολικές. Εργένισσες ή χωρισμένες....[ ]
Παρόλα αυτά την επόμενη  σχολική χρονιά ήρθε στη δουλειά. [ ]...
Εκεί πέρα, στη χώρα της ατυχίας, στις λεωφόρους όπου τα φορτηγά τρέχουν χωρίς ποτέ να σταματούν, στα ονόματα μιας απαρχαιωμένης και γελοίας εξαγοράς, λεωφόρος Μωρίς-Τορέζ, λεωφόρος Στάλινγκραντ, λεωφόρος του Μεγαλοπρεπούς Βόλγα, σε ένα λύκειο πεταμένο ανάμεσα σε ένα αεροδρόμιο και σε ένα νεκροταφείο.
Η αγάπη είναι ο σημαντικότερος μοχλός που έχουμε για να επηρεάσουμε την πορεία του κόσμου. Είναι ένα όπλο πολύ πιο επικίνδυνο από το μίσος και την καταστροφή. Τελικά πάντοτε καταφέρνουμε να κάνουμε τους ανθρώπους καλύτερους αν επιμένουμε να τους αγαπάμε. Είναι όμως μια στάση που δύσκολα κρατάμε. Αναπνέουμε αέρα δύο ειδών, αυτόν που μπαίνει στα πνευμόνια μας κι αυτόν που έρχεται από την κοινωνία. Οι κοινωνίες στις οποίες ζούμε γίνονται όλο και πιο αποπνικτικές, και αγχώδεις. Ας μου επιτραπεί να επισημάνω ότι αυτή η παρένθεση έχει κάποια σχέση με το γουστόζικο επάγγελμα του εκπαιδευτικού."

Η αλήθεια είναι πως από την παρένθεση του Μερό την αφιερωμένη στο "γουστόζικο επάγγελμα του εκπαιδευτικού", μετέφερα το πιο light απόσπασμα, γιατί απλά δε θέλω να παραδεχτώ πως αυτό που αποφάσισα να μην μεταφέρω είναι αληθινό.Το ξέρω όμως, με απόλυτη βεβαιότητα, πως ό,τι παρέλειψα είναι το πιο αληθινό και φοβάμαι πως σύντομα θα το αντιμετωπίσουμε κι εμείς,  αν δεν καταφέρουμε να αγαπήσουμε σταθερά και συνεχόμενα, με πείσμα, με ενδιαφέρον, με επιμονή, με υπομονή, αν δηλαδή δεν προσπαθήσουμε  να δοκιμάσουμε όπλα ισχυρότερα από αυτά του μίσους και της καταστροφής. Αν, εν ολίγοις, συνεχίσουμε να διαμορφώνουμε την πραγματικότητά μας
ΕΚΤΟΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ
---------------------------------------------------------------------------------------------------------
Το βιβλίο  με καθήλωσε, με ταρακούνησε με πανικόβαλε, με προβλημάτισε...Θυμήθηκα μια ερώτηση στις εξατάσεις του ΑΣΕΠ, που ήθελε να διαλέξουμε αν οι εκπαιδευτικοί είναι εθισμένοι στο τσιγάρο, στο αλκοόλ, στα ψυχοφάρμακα ή σε κάτι άλλο που δε θυμάμαι τι...Μου είχε φανεί πολύ...υποτιμητική και γελοία ερώτηση...
Γιατί πρέπει καλά και σώνει να είναι  εθισμένοι σε κάτι; Είχα αρνηθεί να την απαντήσω...

Ο Μερό, ωστόσο, περιγράφει με εξαιρετικό ύφος τον εθισμό τον δικό του και των συναδέλφων του σε όλα τα παραπάνω και αποδομεί  τόσο την εσωτερική τους πολυπλοκότητα όσο και την απάνθρωπη κοινωνική παραφορά, χωρίς να χαρίζεται σε κανέναν πολύ δε περισσότερο στον εαυτό του και στο συνάφι του, τόσο στον χώρο της εκπαίδευσης όσο και στον χώρο των συγγραφέων και των εκδόσεων. Μας ραντίζει παρόλα αυτά στο τέλος   με ανεπαίσθητες σταγόνες αισιοδοξίας γράφοντας:
"Θυμάμαι ότι η λογοτεχνία, όταν γίνεται καλά, έχει κάποια χρησιμότητα. Ξαναδιαβάζω τη μακροσκελή φράση του Ουγκό με την οποία προλογίζει τους Αθλίους, που τελειώνει ως εξής:
 "...όσο θα υπάρχουν πάνω στη γη αμάθεια και δυστυχία, βιβλία του είδους αυτού θα μπορούσαν να μην είναι άχρηστα"."

Παρασκευή, 4 Δεκεμβρίου 2009

"ΘΥΜΑΜΑΙ ΟΣΑ ΞΕΡΩ"

..."Μια φορά κάποιος ολίγον φθονερός τύπος, είπε στον ισπανό φιλόσοφο Μιγκέλ δε Ουναμούνο, σαν να ήθελε να μειώσει τη βαθιά πολυμάθεια του: "Βέβαια, εσείς έχετε πολύ καλή μνήμη", και ο δον Μιγκέλ απάντησε: "Ναι, θυμάμαι όσα ξέρω".

Πιάσε το νόημα
Όλοι είμαστε (ή θα έπρεπε να είμαστε) μαθητές για όλη μας τη ζωή. Αν πάψεις να μαθαίνεις, αν γερνάς χωρίς να γίνεσαι σοφότερος,- όπως θα μπορούσε να είχε πει ο Σαίξπηρ-, είναι σαν να σταματάς να ζεις. Κι εσύ, φυσικά δε θέλεις να είσαι ζωντανός-νεκρός...΄
...το "μαθαίνω" και το "θυμάμαι" είναι, κατά βάση, το ίδιο πράγμα. Θυμόμαστε αυτό που ξέρουμε, όπως έλεγε ο φιλόσοφος Ουναμούνο, δηλαδή αυτό που το μυαλό μας κατανόησε και αφομοίωσε.
Εάν απλώς αφήσεις τις λέξεις να μπαίνουν στ' αυτιά σου όταν κάποιος σου εξηγεί κάτι, ή από τα μάτια σου όταν διαβάζεις, θα περάσουν απο τα νευρικά σου κυκλώματα δίχως να αφήσουν κανένα ίχνος.
Όπως όταν θέλουμε να θυμηθούμε τα ονόματα των προσώπων που γνωρίζουμε πρέπει να δώσουμε προσοχή στο όνομα και στα χαρακτηριστικά τους, έτσι δεν θα ξεχάσουμε και την προπαίδεια ή το Πυθαγόρειο Θεώρημα, εάν αυτά έχουν για μας κάποιο νόημα.
Ένας καλός σκακιστής, κοιτάζοντας απλώς για λίγα δευτερόλεπτα τη σκακιέρα όπου παίζεται μια παρτίδα, μπορεί να θυμηθεί με ακρίβεια τη θέση όλων των κομματιών. Σημαίνει μήπως αυτό ότι οι σκακιστές αναπτύσσουν (ή πρέπει να αναπτύσσουν) εξαιρετική μνήμη; Κατηγορηματικά όχι! Αν τα πιόνια τοποθετηθούν τυχαία επάνω στη σκακιέρα, ένας μετρ του σκακιού θα έχει τις ίδιες δυσκολίες μ' εσένα για να θυμηθεί τη θέση τους. Διότι, αυτό που θυμάται ο σκακιστής δεν είναι η θέση κάθε μεμονωμένου πιονιού, αλλά το σύνολο των σχέσεων που υπάρχουν ανάμεσά τους, με βάση τους κανόνες του παιχνιδιού. Αυτό που βλέπει στη σκακιέρα έχει συγκεκριμένη δομή και νόημα, γι' αυτό μπορεί να το θυμηθεί.
Η ζωή είναι μια μεγάλη παρτίδα σκακιού, σχολαστικέ μου αναγνώστη, όπου εσύ κι εγώ είμαστε πιόνια και παίκτες ταυτόχρονα. Αν θέλεις να βρεις τη σωστή κίνηση πρέπει να ξέρεις τους κανόνες του παιχνιδιού (έστω και για να τους παραβείς) και το γενικό του νόημα. Ειδάλλως, θα είσαι ένα απλό πιόνι ή, στη χειρότερη περίπτωση, η ζωή σου θα είναι μια διαρκής φανταχτερή ανία.
Και αυτό σημαίνει πολλά, όχι μόνο για τα μαθηματικά αλλά και για τις ερωτικές σχέσεις, καθώς και για όλα τα υπόλοιπα."...
---------------------------------------------------------------------------------------------------
Θα ήθελα, πραγματικά, να αντιγράψω ολόκληρο το βιβλίο του Κάρλο Φραμπέτι ( Κάρλο Φραμπέτι, ξανά,...τον αγαπώ αυτόν τον συγγραφέα κι όταν αγαπώ κάποιον τον αγαπώ... για πάντα :) ),  με τίτλο "ο ΥΠΕΡ-ΜΝΗΜΩΝ ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΓΙΑ να τα θυμάσαι όλα και να διασκεδάζεις μαθαίνοντας", που κυκλοφόρησε πέρσι, από τις εκδόσεις opera κι αυτό, όπως και όλα τα υπόλοιπα του Φραμπέτι που κυκλοφορούν στα ελληνικά. Θα ήθελα να γράψω μια μια όλες τις απομνημονευτικές μεθόδους που παρουσιάζει ο ιταλός συγγραφέας-μαθηματικός στο βιβλίο του αυτό, ώστε να επιλέξει ο καθείς ποια του ταιριάζει περισσότερο: η μέθοδος του Συμωνίδη του Κείου* γνωστή ως μέθοδος των σημείων,  η μέθοδος της αλυσίδας, η μέθοδος των συρταριών ή κάποια άλλη, συνδυαστική ίσως, που θα επινοήσει καθώς θα δοκιμάζει τη μνήμη του στις προτεινόμενες ασκήσεις ελέγχου απομνημονευτικής ικανότητας. 

...Επειδή τελικά η γνώση είναι θέμα μνήμης...Επειδή η αυτογνωσία είναι θέμα γνώσης...Επειδή η ευημερία είναι και θέμα αυτογνωσίας...Επειδή για όλα υπάρχει τουλάχιστον μια σωστή κίνηση...Επειδή "η επίγνωση της άγνοιας είναι το κλειδί της γνώσης", όπως έχει γράψει ο Φραμπέτι στα "καταραμένα μαθηματικά", επειδή η ζωή είναι μια σκακέρια για κάποιους, επειδή έτσι μου αρέσει κι επειδή έτσι θα ήθελα να είναι, αλλά κυρίως,  επειδή υπάρχουν ακόμη ανάμεσά μας κάποιοι φίλοι που γράφουν "σκέψεις και προβληματισμούς για το ον το αυτοαποκαλούμενο "άνθρωπος"..."!


-------------------------------------------------------------------------------------------------
*Τη μέθοδο του Συμωνίδη του Κείου την άκουσα πρώτη φορά πριν διαβάσω το βιβλίο  σε ομιλία του Απόστολου Δοξιάδη ή ορθότερα στο τέλος μιας ομιλίας, όταν κάποιος από το ακροατήριο παίρνοντας το λόγο είπε: "κε Δοξιάδη μας μιλάτε πάνω από μια ώρα τώρα, χωρίς διακοπή και χωρίς να έχετε καμια απολύτως σημείωση! Πώς το καταφέρνετε αυτό;" Ο κος Δοξιάδης, λοιπόν, προσφέρθηκε να μας κάνει την επόμενη μέρα μια παρουσίαση της μεθόδου που χρησιμοποιούσε, αυτής του Συμωνίδη, και μείναμε κατά κοινή ομολογία έκπληκτοι μετά από το βιωματικό εργαστήρι.
 Όλα αυτά τον Ιούλη του 2008 στη Σκιάθο, στα πλαίσια του πενθήμερου "ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΓΝΩΣΤΩΝ", της ομάδας Θαλής+Φίλοι. Θυμάμαι ακόμη κάθε λεπτομέρεια...