Παρασκευή, 23 Νοεμβρίου 2012

"Γιατί σιωπούν οι άνθρωποι στις κρίσιμες στιγμές;"

   Θυμήθηκα πάλι την εργασία μου με τον Καραθεοδωρή. Με βασάνιζε πολύ καιρό η στάση του: Ήταν Μάρτιος του 1933. Ο Αϊνστάιν είχε κάνει δηλώσεις στην Αμερική για την έλλειψη πολιτικής ελευθερίας στη Γερμανία. Οι αρχές του Καντ και του Γκαίτε, έλεγε, έπαψαν να τιμώνται πια στη δημόσια ζωή της χώρας. Το πρωσικό Υπουργείο Παιδείας απαίτησε από την Ακαδημία να καταδικάσει τις δηλώσεις του. Ο γραμματέας της, Ερνστ Χάιμαν, τον κατηγόρησε ότι υποδαυλίζει το μίσος στη Γαλλία και την Αμερική. Ο Μαξ Πλανκ τον προέτρεψε να φύγει από την Ακαδημία. Η κατάληξη όλων αυτών ήταν να τον διαγράψουν από τα μητρώα τους η πρωσική και η βαυαρική Ακαδημία.
  "Αν λύσετε όμως το πρόβλημα των κλειστών γραμμών του χρόνου, θα σταθώ μπροστά σας, με σταυρωμένα από ευσέβεια τα χέρια..." έγραφε ο Αϊνστάιν σε επιστολή του προς τον μεγάλο έλληνα μαθηματικό το 1916. Κι ο Καραθεοδωρή, που ήταν μέλος και των δυο ακαδημιών, τι είπε για τον συνεργάτη του, όταν εκείνες αποφάσισαν τη διαγραφή του; Στην πρωσική, μάλιστα, ο Αϊνστάιν ήταν μεταξύ εκείνων που εισηγήθηκαν να γίνει μέλος της. Δεν είπε λέξη. Γιατί σιωπούν οι άνθρωποι όταν δεν πρέπει; Όλα τα καθεστώτα, όλες οι αδικίες στηρίζονται στη δική του σιωπή. Θέλω όμως να είμαι δίκαιος. Στον πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο δεν παρασύρθηκε από την εθνικιστική υστερία των διανοουμένων που υπέγραφαν διακηρύξεις υπέρ του πολέμου και της Γερμανίας. Όμως στη δεκαετία του '30 δεν είπε τίποτε εναντίον των ναζί. Δεν υπερασπίστηκε τους εβραϊκής καταγωγής συναδέλφους του. Εκπροσώπησε τη Γερμανία στη Διεθνή Διάσκεψη Μαθηματικών της Ρώμης κατά τη διάρκεια του πολέμου. [...].
   Παρ' όλα αυτά, ήθελα να ξέρω. Τι σκεφτόταν ο Καραθοδωρή τη μέρα που οι Γερμανοί εισέβαλαν στην πατρίδα του; Η συγγενής του Πηνελόπη Δέλτα αυτοκτόνησε την ίδια μέρα. Κάποιοι φίλοι του στην Αθήνα πέρασαν στην Αντίσταση. Δεν έκανε καμία δήλωση από το Μόναχο. Δεν άφησε κανένα γραπτό.
   Τι είναι πατρίδα; Θυμήθηκα πάλι την ερώτηση που έκανα στον Ερρέρα. Πλάι στην πατρίδα των προγόνων του είχε χτίσει μιαν άλλη. Στο Μπιρκενάου τραγουδούσε Βαμβακάρη. [...].
Σκέφτομαι τους Εβραίους και τους Οθωμανούς που είναι ακόμη θαμμένοι κάτω από το χώμα. Εκείνους που έφυγαν με την κρυφή νοσταλγία να την ξαναδούν κάποτε. Τους χιλιάδες έλληνες πρόσφυγες που εγκαταστάθηκαν (στη Θεσσαλονίκη) και την αγάπησαν. Ακόμα και τους Ρωμαίους που σκοτώθηκαν στο Ιπποδρόμιο. Τους νέους μετανάστες από την Αλβανία, τη Μολδαβία και το Ιράκ. Οι τροχιές όλων διασταυρώνονται σε τούτη την ωραία αμφιθεατρική σκηνή με θέα τη θάλασσα. Έρχονται από άλλους τόπους και, χωρίς να το καταλάβουν, αγαπούν τους δρόμους, αλλάζουν τον καφέ που πίνουν, τις καθημερινές τους συνήθειες. Πάνω στην παλιά γλώσσα, πάνω στην Καστίλη, πάνω στο Saint Clair sur l' Elle γράφονται ανεπαίσθητα καινούργιες γλώσσες, καινούργιοι δρόμοι, καινούργιες αγάπες. Συνυπάρχουν όλα σε ομόκεντρους κύκλους, έτσι που στο τέλος να μην ξέρεις τι είναι πατρίδα. Οι πέτρες ή τα αισθήματα; Οι πέτρες αυτής της πόλης (της Θεσσαλονίκης) άλλαζαν χρώματα. Μήπως πατρίδα είναι ό,τι αγαπάμε; Δυστυχώς, οι νεκροί δεν μπορούν να μας το πουν. Όμως οι βροχές που φέρνει ο Βαρδάρης ξεπλένουν την πόλη. Ποτίζουν τα χώματα μέσα στα οποία χωνεύουν όλοι. Μαζί και το μελαγχολικό παρόν. Με τα ευρωπαϊκά ρούχα και την ανατολίτικη καρδιά. Την πόλη που αναζητά το πρόσωπό της στρέφοντας το βλέμμα εναλλάξ στα δυο σημεία του ορίζοντα. Αναποφάσιστη να επιλέξει το πρότυπό της και να συγχρονίσει τα ρολόγια.
   Τι αγαπούσε ο Καραθεοδωρή; Τα μαθηματικά! Έμεινε ως το τέλος του πιστός στην πατρίδα του Γκαλουά, του Νεύτωνα και του Πυθαγόρα.
-------------------------------------------------------------------------------------------------------

   Το παραπάνω απόσπασμα είναι ένας από τους εκτενείς εσωτερικούς μονολόγους του Οδυσσέα Πανταζή, του ενός από τους δύο ήρωες του Μάκη Καραγιάννη, στο βιβλίο του "Το όνειρο του Οδυσσέα", που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μεταίχμιο τον Σεπτέμβριο του 2011. Ο δημοσιογράφος Οδυσσέας Πανταζής προσπαθεί να εξιχνιάσει τη δολοφονία του παιδικού του φίλου, Στέφανου Δενδρινού, αντιπρύτανη στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, που είναι ο δεύτερος ήρωας στο μυθιστόρημα του Καραγιάννη, ενώ ταυτόχρονα αναζητά τα αίτια που οδήγησαν τον ίδιο στο περιθώριο της ζωής. Η εναγώνια αναζήτηση του Πανταζή, σκιαγραφείται από τον Καραγιάννη με μια πληθώρα ερωτημάτων, καθένα από τα οποία θα μπορούσε να αποτελέσει το κεντρικό ερώτημα, ανάλογα με το πού θα εστιάσει ο αναγνώστης. Στον έρωτα; Στις ανθρώπινες σχέσεις; Στις κοινωνικές δομές; Στις διαπλοκές; Στις ηθικές αξίες; Στη διαφθορά; Στη διαχείριση της εξουσίας; Στη διαχείριση της ... μοίρας των ανθρώπων που ξεριζώνονται...
Διαβάζω  τις μέρες αυτές το βιβλίο του Μάκη Καραγιάννη, που είναι το θέμα συζήτησης στη  συνάντηση της λέσχης ανάγνωσης, το μήνα Δεκέμβρη. Και διαβάζοντάς το διαπιστώνω ότι κάποια από τα ερωτήματα του Οδυσσέα Πανταζή αντηχούν στα αυτιά μου στη διάρκεια της μέρας με διάφορες αφορμές. Σήμερα το πρωί, για παράδειγμα,  στο σχολείο είδα στο διάδρομο, έξω από το γραφείο του Διευθυντή, μια ντουζίνα δεκαπεντάχρονων κοριτσιών να κλαίνε, άλλα γοερά κι άλλα βουβά. Πλησίασα περισσότερο, για να μάθω τι συμβαίνει. Δυο τρυφερά νεανικά πρόσωπα στο κέντρο, με κατακόκκινα μάτια, να σου ραγίζουν την καρδιά, κι άλλα, τριγύρω τους, σε ομόκεντρους κύκλους, να κλαίνε κι αυτά. Μαθήτριές μου. "Τι πάθατε κορίτσια;", δεν πήγε το μυαλό μου. "Φεύγει η Ντιάνα, κυρία", μου ψιθύρισαν."Επιστρέφει στη Ρωσία, αύριο". Στη Ρωσία! Δεν είχα καταλάβει πως ... Επειδή τα παιδιά που γεννήθηκαν εδώ, που μεγάλωσαν μαζί με τα ...δικά μας παιδιά, είναι δικά μας παιδιά..
Δεν πλησίασα περισσότερο. Πέρυσι, στο τέλος της χρονιάς, είχε φύγει η Ίλντα. Οι γονείς της περίμεναν να κλείσουν τα σχολεία. Με χαιρέτησε πέφτοντας στην αγκαλιά μου. "Θα είσαι καλά κι εκεί, στην καινούρια σου πατρίδα, επειδή είσαι ικανή" της είχα πει με έναν κόμπο στο λαιμό. "Το ξέρω, κυρία" μου απάντησε, με ένα δάκρυ να γυαλίζει στην άκρη του ματιού. Σήμερα όμως τη Νάντια δεν τη χαιρέτησα. Δεν θέλησα να διαταράξω το δικό τους αποχαιρετισμό. Έμεινα από απόσταση να βλέπω τις συμμαθήτριές της να την εναγκαλίζονται, κλαίγοντας. Το κορίτσι αυτό που γεννήθηκε εδώ, που μεγάλωσε μαζί με τα κορίτσια που έκλαιγαν τώρα γύρω του, φεύγει αύριο για την ... πατρίδα του! "Τι είναι πατρίδα;", ρωτώ κι εγώ μαζί με τον Οδυσσέα Πανταζή. Τι είναι; Μήπως είναι το μέρος που γεννήθηκαν οι γονείς μας ή οι παππούδες μας; Είναι οι πέτρες ή οι ζεστές αγκαλιές και τα αχνιστά δάκρυα των φίλων που αφήνουμε πίσω; Είναι ο τόπος που μας διώχνει, λόγω ανεργίας και ανέχειας ή ο τόπος που θα μας δεχτεί; Όταν φεύγουμε αναζητώντας το όνειρο, ή, έστω, αναζητώντας τα μέσα για μια σχοιχειώδη επιβίωση, τότε ποιος τόπος διεκδικεί την καρδιά μας;

Κρατώ το βιβλίο του Καραγιάννη εδώ και ώρα στα χέρια μου, έχοντας κολλήσει στην ίδια σελίδα. Άφησα τον Οδυσσέα Πανταζή να διατυπώνει τα δικά του εναγώνια και συνάμα αναπάντητα ερωτήματα, ενώ η εικόνα της Νάντιας, ο σπαραγμός στο πρόσωπό της, τα κόκκινα πρησμένα μάτια της, οι υγρές αγκαλιές των κοριτσιών γύρω της,  μου 'χουν αγκυλώσει τη σκέψη.
Τη Δευτέρα το θρανίο της θα μείνει κενό και βλέποντάς το θα θλίβομαι, επειδή ο ξεριζωμός θα είναι και πάλι ανάμεσά μας παρών. Επειδή μια πληθώρα ερωτημάτων θα μένουν αναπάντητα στο μυαλό μου κι άλλα τόσα στο βλέμμα των μαθητών.
Επειδή, ενώ θα γράφω στον πίνακα και θα μιλώ για τη διάταξη στο σύνολο των πραγματικών αριθμών, θα αναρρωτιέμαι παράλληλα  τι θα έλεγε  ο Αϊνστάιν, για τη σημερινή ... (επανα)διάταξη των αξιών...

8 σχόλια:

  1. Είναι εύκολο να σχολιάσεις αυτό το κείμενο, όταν δεν έχεις δει τα δάκρυα και δεν έχεις ακούσει τους λυγμούς, όταν είσαι αποστασιοποιημένος από την πραγματική συγκίνηση που νιώθουν οι συμμαθητές και συμμαθήτριες όταν σ΄ αυτήν την ηλικία αποχωρίζονται. Βέβαια, ανακουφίζεται ως ένα βαθμό ο πόνος του αποχωρισμού (κι αυτό το γνωρίζουν καλύτερα από μας οι έφηβες μαθήτριές σου, Κατερίνα) όταν σήμερα η επαφή των ανθρώπων γίνεται πλέον πολύ ευκολότερη και αμεσότερη μέσω διαδικτύου και skype. Και φυσικά, η στενοχώρια θα μετριαστεί ακόμη περισσότερο όταν συνειδητοποιήσουν ότι η επιλογή αυτή για τη συμμαθήτριά τους πιθανότατα είναι η καλύτερη γι' αυτήν και το μέλλον της σε σύγκριση με τις συνθήκες που ζούμε στη χώρα μας. Ας ευχηθούμε εκεί που θα πάει, να βρει το δρόμο της και την ευτυχία - και μαζί με αυτήν να χαίρονται ειλικρινά και οι συμμαθήτριες που τώρα λυπούνται. Μήπως όμως τελικά η Νάντια είναι αυτή που προχωρά στη ζωή και οι συμμαθήτριές της (κι εμείς μαζί) είναι αυτές που μένουν πίσω;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Τι όμορφα ταξίδια...μέσα από τις σελίδες καινούριων βιβλίων ...μας προτρέπεις πάλι...λίγες σειρές διάβασα και ο νους ταξίδεψε στις πόλεις της Ευρώπης εκεί..που περπάτησε ο Αινστάιν..ο Κάρα..(έτσι αποκαλούσαν οι φοιτητές του ,τον Καραθεοδωρή)...και όλα αυτά υπό τους ήχους της μουσικής του G.Mahler...;ώρα 13 και κάτι..στην Αγ.Δημητρίου...Καλό Σαββατοκύριακο..

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Δυστυχώς η μετανάστευση ξαναχτυπά την Ελλάδα. Δεν θα μπορούσα να μείνω απαθής προς αυτό το απόσπασμα αλλά και το ακόλουθο σχόλιο, όταν κι εγώ είμαι μια ανθρώπινη μορφή που αναγκάστηκε να αφήσει πίσω την πατρίδα της. Έφυγα από την υπέροχη Θεσσαλονίκη στις 10 Ιανουαρίου του 2012. Η νοσταλγία όλων αυτών που άφησα πίσω μέχρι και σήμερα με ξυπνάει πολλές φορές τα βράδια και βασανίζει τις πιο βαθιές μου σκέψεις. Πατρίδα για μένα είναι ό,τι σχετίζεται με την χώρα στην οποία μεγάλωσες, οι δρόμοι, τα παγκάκια, η λαϊκή Ελληνική μουσική, τα έθιμα, η θρησκεία, τα φαγητά. Πράγματα που συνήθως θεωρούμε δεδομένα και δεν εκτιμάμε καθόλου αλλά αντιθέτως κατακρίνουμε. Ωστόσο, η αγάπη σου γι'αυτήν συνδέεται άμεσα με τις αναμνήσεις και τα πρόσωπα που έλαβαν μέρος σ'αυτές. Όταν αγκάλιασα τις δύο παιδικές μου φίλες την Εύα και την Δήμητρα, τότε μόνο συνειδητοποιήσα την σοβαρότητα της κατάστασης. Έφευγα στα αλήθεια. Συμφωνώ, είναι ό,τι πιο επίπονο να αποχωρίζεσαι αγαπημένα πρόσωπα, ανθρώπους με τους οποίους μοιράστηκες τις ασχημότερες και ομορφότερες στιγμές της ζωής σου. Πονάει όταν κάθεσαι σε καινούρια θρανία, με άλλους καθηγητές να σε καθοδηγούν και άλλους συμμαθητές να μοιράζονται μαζί σου αστεία. Ωστόσο, η Ελλάδα βρίσκεται σε μία κατάσταση που δεν μας αφήνει και πολλά περιθώρια για συναισθηματισμούς και δράματα. Όπως είπε και η κυρία Χριστίνα Ζ παραπάνω "μήπως είναι η Νάντια αυτή που προχωρά στη ζωή και οι υπόλοιποι μένουμε πίσω?". Από προσωπική εμπειρία θα εκφράσω την άποψή μου και θα απαντήσω σ'αυτήν την ρητορική ερώτηση, λέγοντας πως όντως οι πιθανότητες για επιτυχία στο εξωτερικό είναι πολύ πιο αυξημένες. Μιλάω ακόμη με τους φίλους μου στην Ελλάδα που όσο πλησιάζουν την αποφοίτηση Λυκείου και αγγίζουν την ενηλικίωση, τόσο πιο πολύ απελπίζονται και φοβούνται σχετικά με τις επιλογές που έχει να τους προσφέρει το μέλλον τους. Αρκετοί μάλιστα με ρώτησαν αν θα μπορούσαν να έρθουν στην Αυστραλία για ένα καλύτερο αύριο.
    Η προσαρμογή είναι δύσκολη και απαιτητική, αλλά πρέπει να σκεφτόμαστε λογικά και ώριμα σε τέτοιες καταστάσεις. Οι φιλίες δε χάνονται με τα σημερινά τεχνολογικά μέσα. Το facebook, το skype, το twitter και πολλά άλλα, έχουν αλλάξει τα δεδομένα. Η δική μου άποψη είναι πως το να ζεις στο εξωτερικό εκτός από ένα σίγουρο μέλλον σου δίνει την οικονομική δυνατότητα να πηγαίνεις τακτικά διακοπές στην Ελλάδα και να τους βλέπεις όλους και όλα. Ζούμε σε μία παγκοσμιοποιημένη κοινωνία όπου λόγω του διαδικτύου και των μεταφορικών μέσων, οι αποστάσεις έχουν μειωθεί δραματικά. Ας μην απελπιζόμαστε λοιπόν. Πρέπει να φεύγουμε παίρνοντας μαζί μας τις όμορφες αναμνήσεις, αλλά και προετοιμασμένοι να δημιουργήσουμε καινούργιες σε έναν τόπο που ύστερα από λίγο καιρό θα μάθουμε να αγαπάμε.
    Η αισιοδοξία είναι το κύριο χαρακτηριστικό της Ελληνικής κουλτούρας. Ας μην το χάσουμε τώρα που το χρειαζόμαστε.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Νατάσα, χαίρομαι που σε άγγιξε το απόσπασμα και περισσότερο χαίρομαι για το εκτενές σου σχόλιο, από όπου φαίνεται πως ελέγχεις, συναισθηματικά τουλάχιστον, την κατάσταση που βιώνεις.
      Μακάρι να διάβαζε το σχόλιο σου η Νάντια και η κάθε Νάντια που αναγκάζεται βίαια και παρά τη θέλησή της να μεταναστεύσει. Θα της έδινε κουράγιο, αν και χωρίς να το έχει διαβάσει ξεκίνησε ήδη τη φάση της "ηλεκτρονικής προσαρμογής", όπως (θέλοντας και μη) βλέπω στην αρχική σελίδα του fb μου, και χαίρομαι.
      Αναμφιβόλως αυτό που αμβλύνει τον οικονομικό ξεριζωμό σήμερα είναι η τεχνολογία. Από κει και πέρα είναι θέμα ιδιοσυγκρασίας, ηλικίας και σαφώς του περιβάλλοντος υποδοχής, το πόσο γρήγορα θα προσαρμοστεί κανείς. Είναι μια νέα κατάσταση στην οποία πρέπει να προσαρμοστούμε, χωρίς όμως να παρασυρθούμε. Εννοώ πως δεν πρέπει να παρουσιάζουμε την εδώ κατάσταση περισσότερο δραματική από ότι είναι, και ούτε να εξιδανικεύουμε την έξω από δω κατάσταση, καταφεύγοντας σε υπερβολικές εκτιμήσεις και υπεραισιόδοξες κρίσεις.
      Κάποιοι θα μείνουν εδώ, κάποιοι δεν θα μείνουν.
      Η ισορροπία θα επέλθει αργά ή γρήγορα για όλους. Ο χρόνος θα δείξει.
      Το τονίζω αυτό, επειδή θεωρώ ότι είναι εξίσου δύσκολο και σκληρό για τα παιδιά που αναγκαστικά θα μείνουν στη χώρα τους να νιώθουν "εγκαταλειμένα" σε μια μοίρα που δεν διάλεξαν.Η αυτολύπηση είναι το πιο ολέθριο συναίσθημα.
      Από την άλλη μερικές φορές, θέλοντας να αμβλύνουμε το πρόβλημα που αντιματωπίζει μια ομάδα συνανθρώπων μας γινόμαστε σκληροί και άδικοι απέναντι στο σύνολο.
      [Δεν θα ήθελα να αναφέρω παραδείγματα, αλλά αν κάποιοι δεν καταλαβαίνουν τι εννοώ, θα το κάνω.]

      Το ζητούμενο είναι να βιώνουμε τις συνθήκες που βιώνουμε έχοντας υποστήριξη, αλληλεγγύη, κατανόηση από τους συνανθρώπους μας και ανεξάντλητη ψυχική δύναμη. Αυτήν ούτως ή άλλως πάντα τη χρειάζονται οι άνθρωποι. Στα όμορφα και στα άσκημα :)

      Εύχομαι να είναι πάντα το ηθικό σου ακμαίο,
      ο ρεαλισμός σου επικουρικός σε κάθε δυσκολία που εμφανίζεται στη ζωή σου και η αισιοδοξία σου ανεξάντλητη.

      Υ.Γ. Νατάσα, αναρωτιέμαι ποιος διαδικτυακός δρόμος σε οδήγησε στο blog μου.

      Διαγραφή
    2. Η Νατάσα σε βρήκε διαμέσου εμού, αγαπητή Κατερίνα, νομίζω ότι μόλις διάβασα το άρθρο σου, ήταν το πρώτο πρόσωπο που σκέφτηκα πως ταιριάζει απόλυτα να σχολιάσει την κατάσταση.

      Νατάσα μου, σε ευχαριστώ πολύ που αφιέρωσες το χρόνο σου και μοιράστηκες μαζί μας τις προσωπικές σου σκέψεις γι' αυτό το βίωμα. Σου εύχομαι κι εγώ με τη σειρά μου, να είσαι πάντα καλά, να βλέπεις τα πράγματα με αισιοδοξία και αποφασιστικότητα και να συμβάλλεις με το δροσερό τρόπο σκέψης σου στην κατανόηση, αλληλεγγύη και έμπρακτη υποστήριξη άλλων που βιώνουν πιο δύσκολα τέτοιες μεταβάσεις. Καλή συνέχεια σε ό,τι κάνεις!

      Διαγραφή
    3. Χριστίνα, να υποθέσω δηλαδή πως η Νατάσα ήταν δική σου μαθήτρια;
      Είμαι σχεδόν σίγουρη πως κάθε ένας από μας, που διδάσκουμε στη Δημόσια Εκπαίδευση, έχει ή θα έχει σύντομα παρόμοιες εμπειρίες.
      Θα μάθουμε να τις αντιμετωπίζουμε, όπως θα μάθουμε και τόσα άλλα. Μόνο που κάθε αποχαιρετισμός, όπως και κάθε παιδί, έχει τον δικό του ιδιαίτερο χαρακτήρα. Δεν το βρίσκω καθόλου, μα καθόλου όμως συνετό, στην προσπάθειά μας να εμψυχώσουμε τα παιδιά που φεύγουν να προδιαγράφουμε ένα ζοφερό μέλλον για όσα παιδιά θα μείνουν εδώ. Το λέω αυτό επειδή ερωτήματα του τύπου: "Μήπως όμως τελικά η Νάντια είναι αυτή που προχωρά στη ζωή και οι συμμαθήτριές της (κι εμείς μαζί) είναι αυτές που μένουν πίσω;", όπως το διατύπωσες στο αρχικό σου σχόλιο δίνει περιθώριο σε "αποκαρδιωτικές" ερμηνείες.
      Η Νατάσα, νομίζω, το διατυπώνει σοφά, λέγοντας: "Η αισιοδοξία είναι το κύριο χαρακτηριστικό της Ελληνικής κουλτούρας. Ας μην το χάσουμε τώρα που το χρειαζόμαστε".
      Συμφωνώ και συμπληρώνω την προτροπή της λέγοντας: Ας μην χάνουμε την αισιοδοξίας μας είτε αναγκαζόμαστε να φύγουμε είτε υποχρεωνόμαστε να μείνουμε.

      Να είσαι καλά.

      Διαγραφή
    4. Επειδή ακριβώς είχα γνώση του τρόπου που σκέπτεται η Νατάσα, γι' αυτό και ήμουν σίγουρη ότι θα έδινε μια νότα αισιοδοξίας στο θέμα. Αντί λοιπόν να της ζητήσω να μου γράψει ιδιαιτέρως την απόψή της και στη συνέχεια εγώ να τη μεταφέρω, με κίνδυνο να παραποιηθεί κατά τη μεταφορά, της ζήτησα να διαβάσει το άρθρο σου και να σχολιάσει κατευθείαν στο blog.

      Από τη μεριά μου, πιστεύω ότι πρέπει να μείνουμε στην Ελλάδα, οι μικρότεροι όσο αντέχουν και εμείς οι μεγαλύτεροι όσο μπορούμε. Γιατί το ότι θέλουμε να μείνουμε, είναι σίγουρο - σε αντίθεση όλων εκείνων που θα προτιμούσαν να φύγουμε (για να τους αδειάσουμε τη γωνιά). Είμαστε σκληρά καρύδια και θα το (απο)δείξουμε. Όπως άκουσα κάποια στιγμή σε μια εκπομπή αυτές τις μέρες: στην Κατοχή αντέξαμε, τώρα θα σκύψουμε το κεφάλι; Η Ελλάδα μας, μας έχει ανάγκη. Όσοι όμως επιλέγουν να φύγουν, δε θα πρέπει να αισθάνονται ότι τους λυπόμαστε κιόλας, ούτε ότι τους ζηλεύουμε, ούτε όμως και ότι τους κρατάμε κακία. Όπου γης, πατρίς.

      Εξάλλου, κάθε γνήσιος Έλληνας όπου και αν πάει (γνήσιος εννοώντας με όλα τα αληθινά χαρακτηριστικά του Έλληνα: φιλότιμο, ηρωισμό, αισιοδοξία, μεράκι, αγάπη γι' αυτά τα χώματα, κλπ), είναι ζωντανή διαφήμιση για την Ελλάδα. Γιατί αυτήν έχει κλείσει στην καρδιά του - και την κουβαλά σαν θησαυρό. Σε αντίθεση όσων λέγονται διεθνώς και προπαγανδιστικά εναντίον της λόγω πρόσκαιρων συμφερόντων.

      Ο χρόνος θα δείξει. Πάντως, των Ελλήνων οι κοινότητες φτιάχνουν άλλο Γαλαξία..
      (Πάντως, η ενδόμυχη πίκρα διαφαίνεται, έστω και οριακά, στα ρήματα που χρησιμοποιείς στην τελευταία σου φράση: "είτε αναγκαζόμαστε να φύγουμε είτε υποχρεωνόμαστε να μείνουμε").

      Καλή εβδομάδα..

      Διαγραφή
  4. Και κάτι ακόμη που θυμήθηκα και θα ήθελα να το μοιραστώ μαζί σας, ελπίζοντας να μην κάνω κατάχρηση της υπομονής σου, Κατερίνα μου.

    Πριν τρία περίπου χρόνια (φαντάσου τι βαθιά νυχτωμένοι ήμασταν τότε), σε μία εκδήλωση περί της παγκοσμιοποίησης, στο πλαίσιο του μεταπτυχιακού που παρακολουθούσα, μία εισηγήτρια - και μάλιστα ελληνικής καταγωγής, τρομάρα της- είπε με έκδηλο ενθουσιασμό: "βρισκόμαστε ήδη στο τέταρτο κύμα παγκοσμιοποίησης. Η εταιρεία μεταφέρει σε όποιο μέρος του κόσμου τη βολεύει (βλ. όπου τη συμφέρει) το εργοστάσιο, τα γραφεία ή την έδρα της και οι εργαζόμενοι είναι φυσικά υποχρεωμένοι να πάνε εκεί. Τα σύνορα και οι χώρες είναι πλέον παρελθόν. Σιγά, τι σημαίνει οικογένεια και πατρίδα; Όπου σου πουν να πας να εργαστείς, θα πας. Η εταιρεία πληρώνει."

    Και δεν ήταν η μοναδική με αυτό το σκεπτικό. Και πολλοί από το ακροατήριο άκουγαν με προσοχή και τα μάτια τους έλαμπαν. Τα σχόλια δικά σας.

    ΑπάντησηΔιαγραφή